Η κίνηση-έκπληξη που αλλάζει τα δεδομένα στο αγροτικό ρεύμα – Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;

Σε μια περίοδο έντονων πιέσεων από τον αγροτικό κόσμο και ενώ η συζήτηση για το κόστος της ενέργειας παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης, μια εξέλιξη έρχεται να ανατρέψει τους συσχετισμούς. Τη στιγμή που οι περισσότεροι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας εμφανίζονται απρόθυμοι να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε ουσιαστική διευκόλυνση, η ΔΕΗ αποφασίζει να αναλάβει μόνη της το βάρος της μείωσης του κόστους του αγροτικού ρεύματος.

Η επιλογή αυτή έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, αποφορτίζει τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς δεν απαιτείται άμεση κρατική επιδότηση. Από την άλλη, επιτρέπει στην κυβέρνηση να εμφανιστεί ότι ανταποκρίνεται, σε σημαντικό βαθμό, σε ένα από τα βασικά και διαχρονικά αιτήματα των αγροτών: φθηνότερη και προβλέψιμη ενέργεια για την παραγωγή τους.

Τι αλλάζει στα τιμολόγια ΓΑΙΑ

Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρίσκεται το αγροτικό τιμολόγιο ΓΑΙΑ. Η ΔΕΗ προχωρά σε επέκταση της κάλυψης σταθερής τιμής για χρονικό διάστημα δύο ετών, με έναρξη από την 1η Απριλίου 2026. Πρόκειται για μια κίνηση που δίνει στους αγρότες τη δυνατότητα να γνωρίζουν εκ των προτέρων το ενεργειακό τους κόστος, στοιχείο κρίσιμο για τον προγραμματισμό της παραγωγής και των καλλιεργητικών τους επιλογών.

Παράλληλα, προβλέπεται μείωση της τιμής της κιλοβατώρας στα 8,5 λεπτά για όσους δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη λειτουργεί και ως κίνητρο για τη διατήρηση της οικονομικής συνέπειας, αλλά και ως φίλτρο ώστε η ελάφρυνση να κατευθυνθεί σε όσους είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.

Γιατί όχι στα 7 λεπτά;

Παρά το γεγονός ότι οι αγρότες έχουν θέσει ως στόχο τα 7 λεπτά ανά κιλοβατώρα, το συγκεκριμένο επίπεδο τιμής θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς άμεση κρατική στήριξη. Μια τέτοια επιδότηση, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, προσκρούει στους ευρωπαϊκούς κανόνες περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων.

Αν και στο παρελθόν έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου οι κανόνες αυτοί «χαλάρωσαν» ή παρακάμφθηκαν, η σημερινή συγκυρία δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια για ανάλογες κινήσεις. Έτσι, η λύση που προκρίθηκε βασίζεται αποκλειστικά στην εμπορική πολιτική της ΔΕΗ, χωρίς άμεση εμπλοκή του κράτους.

Πολιτικές ισορροπίες και κυβερνητική στρατηγική

Με αυτά τα δεδομένα, το ζήτημα του αγροτικού ρεύματος φαίνεται να απομακρύνεται από την κορυφή της πολιτικής ατζέντας, τουλάχιστον ως βασικό θέμα στις επικείμενες συναντήσεις της κυβέρνησης με εκπροσώπους του αγροτικού κόσμου. Η παρέμβαση της ΔΕΗ λειτουργεί εκτονωτικά, μειώνοντας την ένταση και περιορίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω διεκδικήσεων στο συγκεκριμένο πεδίο.

Άλλωστε, στο προσκήνιο αναμένεται να βρεθούν άλλα, εξίσου κρίσιμα ζητήματα. Ένα από αυτά είναι η συμφωνία Mercosur, η οποία προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε αρκετούς παραγωγικούς κλάδους, συμπεριλαμβανομένου και του αγροτικού. Η συζήτηση γύρω από τις επιπτώσεις της συμφωνίας αυτής στην ελληνική γεωργία φαίνεται ότι θα κυριαρχήσει, επισκιάζοντας το θέμα της ενέργειας.

Κερδισμένοι και χαμένοι

Η απόφαση της ΔΕΗ δημιουργεί σαφώς κερδισμένους, κυρίως εκείνους τους αγρότες που θα δουν άμεση μείωση στο κόστος παραγωγής τους και θα αποκτήσουν μεγαλύτερη σταθερότητα στον ενεργειακό τους προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και τους περιορισμούς του υφιστάμενου πλαισίου, καθώς τα αιτήματα για ακόμα χαμηλότερες τιμές παραμένουν ανεκπλήρωτα.

Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το ζήτημα του αγροτικού ρεύματος μπορεί να αντιμετωπιστεί –έστω μερικώς– χωρίς άμεση δημοσιονομική επιβάρυνση. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η λύση θα αποδειχθεί επαρκής σε βάθος χρόνου ή αν οι πιέσεις από τον αγροτικό κόσμο θα επανέλθουν δριμύτερες, με νέες απαιτήσεις και διαφορετικούς όρους.