Η «ρήτρα Τσίπρα» που αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού
Τα τελευταία χρόνια, το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας έχει γνωρίσει αλλεπάλληλες αλλαγές. Μία από τις πιο καθοριστικές υπήρξε η τροποποίηση που εισήχθη με τον νόμο 4336/2015, γνωστή και ως «ρήτρα Τσίπρα». Σύμφωνα με αυτήν, η σύνταξη δεν υπολογίζεται πλέον με βάση τον μέσο μισθό της τελευταίας διετίας ή πενταετίας, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά με βάση τον μέσο μισθό ολόκληρου του εργασιακού βίου.
Η διαφορά αυτής της μεθόδου είναι καταλυτική. Εργαζόμενοι που είχαν χαμηλούς μισθούς στα πρώτα χρόνια της καριέρας τους, αλλά βελτίωσαν σταδιακά τις απολαβές τους, τώρα βλέπουν τις συντάξεις τους να «συμπιέζονται» προς τα κάτω. Το αποτέλεσμα είναι οι νέοι συνταξιούχοι να λαμβάνουν αισθητά μικρότερα ποσά σε σχέση με όσους πρόλαβαν να αποχωρήσουν πριν από το 2015.
Οι επισημάνσεις της ΕΝΥΠΕΚΚ
Την ανισότητα αυτή αναδεικνύει με πρόσφατη παρέμβασή της η ΕΝΥΠΕΚΚ, με επικεφαλής τον καθηγητή και πρόεδρο της Ένωσης, Αλέξη Μητρόπουλο. Όπως τονίζει, η εφαρμογή της ρήτρας οδηγεί σε σημαντική μείωση των νέων συντάξεων, ενώ παράλληλα ενισχύει το χάσμα ανάμεσα σε παλιούς και νέους συνταξιούχους.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δυσμενής με την κατάργηση της λεγόμενης «προσωπικής διαφοράς». Ο μηχανισμός αυτός λειτουργούσε ως «μαξιλάρι» που περιόριζε τις απώλειες για όσους έβγαιναν στη σύνταξη μετά τις αλλαγές του μνημονίου. Με την κατάργησή του, οι διαφορές πλέον εμφανίζονται ξεκάθαρα και εις βάρος των νέων ασφαλισμένων.
Το χάσμα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύεται είναι η διαφορά στις συντάξεις μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η ΕΝΥΠΕΚΚ, οι νέες συντάξεις του ιδιωτικού τομέα αντιστοιχούν περίπου στο 65% εκείνων που λαμβάνουν οι νέοι συνταξιούχοι του Δημοσίου.
Η διαφορά αυτή δεν οφείλεται μόνο στις μισθολογικές αποκλίσεις, αλλά σε μεγάλο βαθμό στη συνταξιοδοτική φόρμουλα που έχει επιβάλει η ρήτρα. Έτσι, οι ασφαλισμένοι του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι συνήθως έχουν πιο διακεκομμένη εργασιακή πορεία και χαμηλότερες αποδοχές σε αρκετές περιόδους, βρίσκονται αντιμέτωποι με ακόμα πιο περιορισμένες συντάξεις.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις
Η νέα πραγματικότητα γεννά σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον των συνταξιούχων. Η μείωση των ποσών συνεπάγεται περιορισμένη αγοραστική δύναμη και, σε πολλές περιπτώσεις, οικονομική ανασφάλεια. Ο όρος «βίαιη φτωχοποίηση», που χρησιμοποιεί η ΕΝΥΠΕΚΚ, μπορεί να ακούγεται υπερβολικός, αλλά αποτυπώνει τον φόβο πολλών εργαζομένων ότι, μετά από δεκαετίες προσφοράς, θα βρεθούν με συντάξεις που δεν καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες.
Παράλληλα, το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ παλιών και νέων συνταξιούχων δημιουργεί ένα αίσθημα αδικίας. Όσοι πρόλαβαν να βγουν πριν από το 2015 απολαμβάνουν σαφώς καλύτερες απολαβές, ενώ οι νεότερες γενιές επωμίζονται δυσανάλογο βάρος.
Τα επιχειρήματα υπέρ και κατά
Υπάρχουν, βέβαια, και φωνές που υποστηρίζουν ότι η σύνδεση της σύνταξης με τον μέσο μισθό ολόκληρου του εργασιακού βίου αποδίδει πιο «δίκαια» αποτελέσματα, αφού αντικατοπτρίζει συνολικά την πορεία του εργαζομένου. Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές τονίζουν ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού τιμωρεί όσους ανέβηκαν μισθολογικά στα τελευταία χρόνια της καριέρας τους και υπονομεύει την ανταποδοτικότητα του συστήματος.
Η δημόσια συζήτηση, επομένως, δεν περιορίζεται μόνο σε τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής δικαιοσύνης και της διαγενεακής ισορροπίας.
Η πρόταση για κατάργηση της ρήτρας
Η ΕΝΥΠΕΚΚ ζητάει την άμεση και αναδρομική κατάργηση της ρήτρας Τσίπρα, θεωρώντας την καταστροφική για το μέλλον των συντάξεων. Το αίτημα αυτό βασίζεται στην εκτίμηση ότι χωρίς την αλλαγή αυτή, οι νέοι συνταξιούχοι θα είχαν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, ενώ η κοινωνική συνοχή δεν θα απειλούνταν από τόσο μεγάλες ανισότητες.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και την ανάγκη για αξιοπρεπείς συντάξεις. Το αν θα υπάρξουν διορθωτικές κινήσεις το επόμενο διάστημα παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Συμπέρασμα
Η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων με τη «ρήτρα Τσίπρα» έχει φέρει στο προσκήνιο νέες ανισότητες και μεγάλες απώλειες για τους νέους συνταξιούχους, ιδίως του ιδιωτικού τομέα. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο οικονομικούς δείκτες, αλλά και τη συνολική ποιότητα ζωής των πολιτών που μετά από δεκαετίες εργασίας προσδοκούν μια αξιοπρεπή σύνταξη.
Το αν η πολιτεία θα ανταποκριθεί στις εκκλήσεις για αλλαγές, μένει να φανεί. Μέχρι τότε, η συζήτηση για τη βιωσιμότητα και τη δικαιοσύνη του ασφαλιστικού συστήματος θα παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας ατζέντας.


