Κατέρρευσε η τιμή του ελαιολάδου: Από τα 8€ στα 3,5€ – γιατί οι παραγωγοί δεν βγάζουν ούτε τα έξοδά τους

Η εικόνα που παρουσιάζει η αγορά ελαιολάδου στην Ελλάδα είναι απογοητευτική. Το «υγρό χρυσάφι» της μεσογειακής διατροφής έχει χάσει τη λάμψη του, με τις τιμές να καταρρέουν τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική. Αυτό που μέχρι πριν από λίγους μήνες θεωρούνταν είδος πολυτελείας, σήμερα πωλείται σε επίπεδα που προκαλούν πονοκέφαλο στους καλλιεργητές, οι οποίοι βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται δραματικά.

Σοκ για τον παραγωγό

Η τιμή που εισπράττει ο παραγωγός έχει κατρακυλήσει κάτω και από τα 4 ευρώ το κιλό. Σε πολλές περιπτώσεις κυμαίνεται μόλις μεταξύ 3,5 και 4,5 ευρώ, όταν πέρυσι τέτοια εποχή οι ίδιοι αγρότες έπαιρναν σχεδόν τα διπλάσια – 7,5 με 8 ευρώ το κιλό. Η πτώση αυτή δεν είναι απλά λογιστική, αλλά πλήττει ευθέως την τσέπη τους. Πολλοί δηλώνουν αδυναμία να καλύψουν ακόμη και τα βασικά καλλιεργητικά έξοδα, με αποτέλεσμα αρκετοί να προτιμούν να κρατούν το λάδι στις αποθήκες τους ελπίζοντας σε κάποια ανάκαμψη των τιμών.

Η «βουτιά» στα ράφια των σούπερ μάρκετ

Η κατρακύλα δεν σταματά στον παραγωγό. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέσα σε έναν χρόνο η μέση τιμή του ελαιολάδου στη λιανική υποχώρησε κατά 27,1%. Στα σούπερ μάρκετ, γνωστή μάρκα που πέρυσι κόστιζε 12 ευρώ το λίτρο, φέτος βρίσκεται στα 9 ευρώ, ενώ με τις προσφορές κατεβαίνει ακόμη και στα 6,5 ευρώ – σχεδόν μισή τιμή σε σχέση με το καλοκαίρι του 2024.

Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο κορωνέικης ποικιλίας: από τα 13,5 ευρώ το λίτρο έπεσε στα 11,5 ευρώ, ενώ σε προωθητικές ενέργειες διατίθεται μόλις στα 8,10 ευρώ. Η τιμή αυτή είναι σχεδόν ίδια με τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, που έχουν επίσης κατρακυλήσει στα 7,9 ευρώ από τα 12 ευρώ πέρυσι.

Γιατί πέφτει τόσο;

Η εξήγηση βρίσκεται κυρίως στην τεράστια αύξηση της περυσινής παραγωγής. Η Ελλάδα πέρασε από τους 130.000 τόνους ελαιολάδου το 2024 στους 250.000 τόνους την περίοδο 2024-2025. Με άλλα λόγια, σχεδόν διπλασιάστηκε η διαθέσιμη ποσότητα, γεγονός που πίεσε τις τιμές προς τα κάτω.

Παράλληλα, οι βιομηχανίες προχώρησαν σε επιθετικές προσφορές, επιχειρώντας να δώσουν ώθηση στην κατανάλωση που έχει πέσει κάτω από τα 10 λίτρα ανά άτομο τον χρόνο, από περίπου 12 λίτρα την προηγούμενη διετία. Έτσι, η αγορά γέμισε με εκπτώσεις και «2+1» πακέτα, τα οποία μεν ανακούφισαν τον καταναλωτή, αλλά συνέτριψαν ακόμη περισσότερο το εισόδημα του παραγωγού.

Το μέλλον φέρνει κι άλλα σύννεφα

Αν κάποιος περίμενε ανάκαμψη μέσα στον επόμενο κύκλο, μάλλον θα απογοητευθεί. Από τον Οκτώβριο ξεκινά η νέα ελαιοκομική περίοδος, και οι προβλέψεις κάνουν λόγο για παραγωγή που μπορεί να φτάσει ακόμη και τους 280.000 τόνους. Οι καιρικές συνθήκες μέχρι στιγμής θεωρούνται ευνοϊκές, με έντονη ανθοφορία παρά τις περιορισμένες βροχοπτώσεις. Οι ειδικοί εκτιμούν πως η ποσότητα θα είναι και φέτος υψηλή, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να προβλεφθεί το τελικό ύψος.

Το επιπλέον πρόβλημα έρχεται από το εξωτερικό. Η Ισπανία, ο μεγαλύτερος «παίκτης» της αγοράς παγκοσμίως, ετοιμάζεται για σοδειά-ρεκόρ που μπορεί να ξεπεράσει το 1,5 εκατομμύριο τόνους. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε οι διεθνείς τιμές θα συμπιεστούν ακόμη περισσότερο, σπρώχνοντας και την ελληνική αγορά σε χαμηλότερα επίπεδα.

Από το ράφι στο πορτοφόλι

Η μεγάλη εικόνα αποτυπώνεται καλύτερα μέσα από τα νούμερα. Τον Ιούλιο του 2024 ο παραγωγός πουλούσε σε τιμές γύρω στα 8 ευρώ. Μέχρι τον Νοέμβριο, είχε πέσει στα 6-6,5 ευρώ, τον Ιανουάριο 2025 στα 5-5,5 ευρώ και τον Μάιο η τιμή υποχώρησε ακόμη πιο χαμηλά, στα 4-4,5 ευρώ. Σήμερα, μέσα στο καλοκαίρι, κυμαίνεται μεταξύ 3,5 και 4,5 ευρώ, επίπεδα που θυμίζουν παλαιότερες εποχές, όταν η ζήτηση δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή.

Στην τσέπη του καταναλωτή αυτό μεταφράζεται σε μεγάλες εκπτώσεις: το απλό ελαιόλαδο από τα 12 ευρώ το λίτρο έπεσε στα 9, ενώ με προσφορές μπορεί να αγοραστεί στα 6,5 ευρώ. Το επώνυμο εξαιρετικό παρθένο από τα 13,5 ευρώ έχει πέσει στα 11,5 (ή στα 8,1 με έκπτωση), ενώ το αντίστοιχο προϊόν ιδιωτικής ετικέτας κοστίζει πλέον μόλις 7,9 ευρώ, όταν το καλοκαίρι του 2024 έφτανε τα 12.

Το «παράδοξο» της αγοράς

Η κατάσταση δημιουργεί ένα παράδοξο: οι καταναλωτές χαίρονται με χαμηλότερες τιμές, αλλά οι παραγωγοί βρίσκονται σε απόγνωση. Οι αγρότες αναγκάζονται να πουλούν κάτω από το κόστος, με αποτέλεσμα να απειλείται η βιωσιμότητα πολλών ελαιοκομικών εκμεταλλεύσεων. Αν αυτή η πίεση συνεχιστεί, δεν αποκλείεται στο μέλλον να μειωθεί η καλλιεργητική δραστηριότητα, κάτι που θα μπορούσε με τη σειρά του να προκαλέσει νέες αναταράξεις στις τιμές.

Συμπέρασμα

Το ελαιόλαδο, που για χρόνια θεωρούνταν «πράσινος χρυσός» της Ελλάδας, περνά μια από τις πιο δύσκολες περιόδους του. Οι τιμές έχουν πέσει στα τάρταρα και οι προοπτικές δείχνουν ακόμη πιο πιεστικές, ειδικά με την ισπανική παραγωγή να αναμένεται τεράστια. Η αγορά βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι: από τη μια ο καταναλωτής επωφελείται, από την άλλη ο παραγωγός κινδυνεύει να εγκαταλείψει μια παραδοσιακή δραστηριότητα που αποτελεί κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας.