Το φετινό Πάσχα οι οδηγοί γιόρτασαν με γεμάτο ρεζερβουάρ – και λιγότερο άγχος στο βενζινάδικο. Η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων έπεσε στα 1,744 ευρώ ανά λίτρο, χαμηλότερη κατά περίπου 21 λεπτά σε σχέση με τον περσινό Απρίλιο. Η μείωση αυτή, της τάξης του 11%, δεν πέρασε απαρατήρητη από τους καταναλωτές, που είδαν για πρώτη φορά εδώ και καιρό μια μικρή «οικονομική ανάσα» στο καθημερινό τους έξοδο.
Πίσω από αυτή την πτώση βρίσκεται μια σειρά από παγκόσμιες συγκυρίες. Η ζήτηση για καύσιμα έχει μειωθεί σε βασικές αγορές, όπως η Ευρώπη και η Κίνα, λόγω οικονομικής επιβράδυνσης και βιομηχανικής κόπωσης. Παράλληλα, η απόφαση των κρατών του ΟΠΕΚ+ να αυξήσουν την ημερήσια παραγωγή πετρελαίου από την 1η Απριλίου, αλλά και η απροσδόκητη ανακοίνωση νέας αύξησης για τον Μάιο, δημιούργησαν επιπλέον πίεση στις τιμές προς τα κάτω. Το τελικό αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στις αντλίες με φθηνότερα καύσιμα – τουλάχιστον προσωρινά.
Όμως, αυτή η θετική συγκυρία δεν αρκεί για να κρύψει το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής αγοράς καυσίμων: την εκτεταμένη και διαρκώς αυξανόμενη παραβατικότητα. Η βελτίωση των τιμών δεν εξαλείφει τις στρεβλώσεις, τις αθέμιτες πρακτικές και την υπονόμευση του υγιούς ανταγωνισμού. Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από εκτιμήσεις του ΣΕΕΠΕ (Σύνδεσμος Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος), τα φαινόμενα παρανομίας όχι μόνο δεν περιορίζονται, αλλά ενισχύονται.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: το 2011 το ποσοστό των παραβατικών πρατηρίων στην Αττική ήταν 4%. Πέντε χρόνια μετά, το 2016, είχε ήδη ανέλθει στο 15%. Και το 2025, σύμφωνα με προβλέψεις του κλάδου, αγγίζει πλέον το 29%. Στη Θεσσαλονίκη, η εικόνα είναι ελαφρώς καλύτερη αλλά και πάλι ανησυχητική, με το ποσοστό να φτάνει το 17%. Το σοκαριστικό είναι ότι ενώ οι ποσότητες καυσίμων που «κλέβονται» ανά συναλλαγή έχουν μειωθεί (από 24% το 2023 σε 18% το 2025), ο αριθμός των πρατηρίων που επιδίδονται σε τέτοιες πρακτικές αυξάνεται. Όπως το έθεσε με ακρίβεια ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ, Γιάννης Αληγιζάκης: «κλέβουν λιγότερο, αλλά περισσότεροι».
Οι βασικοί ζημιωμένοι από αυτή την κατάσταση είναι, φυσικά, οι πολίτες και το κράτος. Ο καταναλωτής πληρώνει για καύσιμο που είτε δεν παραλαμβάνει σε πλήρη ποσότητα είτε είναι χαμηλής ποιότητας λόγω νοθείας με διαλύτες. Αυτό όχι μόνο τον εξαπατά οικονομικά, αλλά καταστρέφει και τα μηχανικά μέρη του οχήματός του. Από την άλλη, το Δημόσιο βλέπει τεράστια ποσά να χάνονται από φόρους που δεν αποδίδονται: νοθευμένα καύσιμα, πειραγμένες αντλίες, καύσιμα ναυτιλίας που καταλήγουν στην εσωτερική αγορά και παράνομες επανεισαγωγές είναι μερικές μόνο από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται.
Σε αυτή τη συνθήκη, επανέρχεται η συζήτηση για το αν το υφιστάμενο πλαίσιο ρύθμισης – και ειδικά το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους – είναι επαρκές. Σήμερα, το πλαφόν αυτό περιορίζει το περιθώριο στο 6% της τελικής τιμής, ενώ το υπόλοιπο 94% αφορά φόρους και τιμές διύλισης. Έτσι, το πλαφόν ουσιαστικά τιμωρεί τους έντιμους πρατηριούχους, οι οποίοι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος λειτουργίας, με αποτέλεσμα να αποχωρούν από την αγορά. Τη θέση τους παίρνουν πιο «ευέλικτοι» παίκτες, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να κινηθούν εκτός νομιμότητας.
Η ελληνική αγορά καυσίμων βιώνει μια ριζική ανατροπή: μέσα σε μία δεκαετία, περίπου 2.000 πρατήρια έχουν κλείσει, λόγω αδυναμίας να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον ασφυκτικής φορολογίας και άναρχου ανταγωνισμού. Τα κενά αυτά τα καλύπτουν κυκλώματα με δομές και τεχνικές εξαπάτησης που αποφεύγουν επιδέξια τις διώξεις και εκμεταλλεύονται τα θεσμικά κενά.
Το νομοθετικό εργαλείο που φιλοδοξεί να βάλει τάξη είναι ο νόμος για τη «δέουσα επιμέλεια», ο οποίος προβλέπει ότι πρατήρια που εντοπίζονται με παραβατικές πρακτικές κλείνουν για δύο χρόνια – και όχι απλώς το ΑΦΜ της επιχείρησης. Ο στόχος είναι να μπει τέλος στις μεταβιβάσεις αδειών και τις αλλαγές νομικής μορφής που επιτρέπουν στους ίδιους παραβάτες να συνεχίζουν τη λειτουργία τους.
Ωστόσο, η εφαρμογή του νόμου αποδεικνύεται πιο αδύναμη από τις προθέσεις του. Επαγγελματίες του χώρου καταγγέλλουν ότι πρατήρια που εντοπίστηκαν με ποσοστά νοθείας έως και 85% (!) άνοιξαν ξανά λίγες μέρες αργότερα, λόγω αναβολών και καθυστερήσεων στη δικαιοσύνη. Έτσι, δημιουργείται ένα παράδοξο: μια νομοθεσία με ισχυρές προβλέψεις, αλλά χωρίς ουσιαστική εφαρμογή.
Το 2025 βρίσκει την ελληνική αγορά καυσίμων μπροστά σε ένα κομβικό δίλημμα. Η πτώση των διεθνών τιμών προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία εξυγίανσης, αλλά χωρίς θεσμική παρέμβαση και αποφασιστική δράση, η παραβατικότητα θα συνεχίσει να ροκανίζει τα θεμέλια της αγοράς. Η άρση του πλαφόν, η καθολική εφαρμογή του νόμου και η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών δεν είναι πια επιλογές – είναι επιτακτικές ανάγκες. Γιατί όσο η αγορά θα παραμένει ανεξέλεγκτη, τόσο θα μετατρέπεται σε πεδίο για εκείνους που ξέρουν πώς να κερδίζουν εις βάρος όλων των άλλων.
Μάθετε τα πάντα για ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ – ΔΥΠΑ – ΟΠΕΚΑ – ΟΑΕΔ – ΕΦΚΑ εδώ


