Για πρώτη φορά έπειτα από μια ολόκληρη δεκαετία, το σύνολο των συνταξιούχων της χώρας είδε πραγματικές αυξήσεις στις αποδοχές του. Οι συντάξεις του Ιανουαρίου, που καταβλήθηκαν νωρίτερα λόγω των εορτών των Χριστουγέννων, σηματοδότησαν μια ιστορική αλλαγή: και οι 2,6 εκατομμύρια συνταξιούχοι επωφελήθηκαν, χωρίς εξαιρέσεις.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι τα προηγούμενα χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι έβλεπαν μόνο «αυξήσεις στα χαρτιά». Η περιβόητη προσωπική διαφορά λειτουργούσε ως φρένο, στερώντας τους την ουσιαστική ενίσχυση στο μηνιαίο εισόδημά τους. Παρότι οι συντάξεις αυξάνονταν ονομαστικά, το ποσό που κατέληγε στον τραπεζικό λογαριασμό παρέμενε αμετάβλητο.
Αυτό το καθεστώς αλλάζει σταδιακά, με κυβερνητική απόφαση για κατάργηση της προσωπικής διαφοράς σε δύο φάσεις. Το 2026, οι συνταξιούχοι που εξακολουθούν να τη διατηρούν θα λάβουν το μισό της ετήσιας αύξησης, δηλαδή 1,2%, ενώ από το 2027 θα απολαμβάνουν πλήρως τις αυξήσεις, όπως όλοι οι υπόλοιποι. Πρόκειται για μια παρέμβαση που αποκαθιστά μια χρόνια ανισότητα και βάζει τέλος σε μια δεκαετή αναμονή.
Μέχρι σήμερα, η μόνη ουσιαστική «ανάσα» για όσους είχαν προσωπική διαφορά προερχόταν από τις έκτακτες ενισχύσεις που ανακοινώνονταν κατά καιρούς. Πλέον, όμως, οι αυξήσεις αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα και ενσωματώνονται στη σύνταξη, δημιουργώντας σταθερότερες προοπτικές για το εισόδημα των ηλικιωμένων.
Ωστόσο, η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς δεν είναι το μοναδικό όφελος. Από το 2026 εφαρμόζεται ένα ευρύτερο πακέτο παρεμβάσεων, το οποίο αγγίζει όλους τους συνταξιούχους, ανεξαρτήτως εισοδήματος, με ιδιαίτερη έμφαση στους χαμηλοσυνταξιούχους και τη μεσαία τάξη. Το συνολικό κόστος των μέτρων φτάνει τα 1,3 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας τη βαρύτητα που δίνεται στη στήριξη των συντάξεων.
Η πρώτη σημαντική παρέμβαση είναι η καθιέρωση μόνιμης ενίσχυσης ύψους 250 ευρώ. Το ποσό καταβλήθηκε ήδη τον Νοέμβριο σε περισσότερους από 1,4 εκατομμύρια δικαιούχους, μεταξύ των οποίων συνταξιούχοι, ανασφάλιστοι υπερήλικες και άτομα με αναπηρικά επιδόματα. Η ενίσχυση αφορά κυρίως όσους έχουν μηνιαίο εισόδημα κάτω από 1.000 ευρώ και θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, σταθερά, τον ίδιο μήνα.
Για πολλούς συνταξιούχους με προσωπική διαφορά, το όφελος ήταν διπλό: αφενός έλαβαν το επίδομα των 250 ευρώ και αφετέρου είδαν αύξηση στη σύνταξή τους λόγω της μερικής κατάργησης της προσωπικής διαφοράς. Έτσι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το εισόδημά τους ενισχύθηκε ουσιαστικά.
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά τις τακτικές αυξήσεις στις συντάξεις. Με τις πληρωμές του Ιανουαρίου, περίπου 1,9 εκατομμύρια συνταξιούχοι έλαβαν ολόκληρη την αύξηση 2,4%, ενώ περίπου 700.000 με προσωπική διαφορά είδαν αύξηση 1,2%. Το μέτρο αυτό είχε δημοσιονομικό κόστος που προσέγγισε τα 500 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την έκτασή του.
Η τρίτη σημαντική αλλαγή έρχεται από το φορολογικό πεδίο. Οι νέες κλίμακες άμεσης φορολόγησης οδήγησαν σε μικρότερη παρακράτηση φόρου στις συντάξεις, κάτι που έγινε ήδη αισθητό από τον Ιανουάριο. Η ελάφρυνση αφορά κυρίως συνταξιούχους με μηνιαίες αποδοχές άνω των 750 ευρώ και όσο υψηλότερη είναι η σύνταξη, τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελος. Το δημοσιονομικό κόστος της συγκεκριμένης παρέμβασης εκτιμάται στα 400 εκατ. ευρώ.
Στην πράξη, χιλιάδες συνταξιούχοι επωφελούνται ταυτόχρονα από όλες αυτές τις παρεμβάσεις, ενώ η πλειονότητα λαμβάνει τουλάχιστον δύο ή τρεις μορφές ενίσχυσης. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο δίκαιη και σταθερή βελτίωση των συντάξεων, σε συνάρτηση με την πορεία της οικονομίας και τις αυξημένες ανάγκες που προκαλεί η ακρίβεια.
Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά: συνταξιούχος με αποδοχές γύρω στα 830 ευρώ μπορεί να δει ετήσιο όφελος άνω των 500 ευρώ, ενώ ακόμη και όσοι λαμβάνουν συντάξεις άνω των 1.500 ευρώ βλέπουν σημαντική ετήσια ενίσχυση. Μετά από χρόνια απωλειών και στασιμότητας, οι συνταξιούχοι αρχίζουν ξανά να βλέπουν ουσιαστικές διαφορές στο εισόδημά τους – και αυτή τη φορά, όχι μόνο στα χαρτιά.


