Νέο επίδομα ανεργίας από το 2026: Ποιοι θα δουν έως 1.295 ευρώ και ποιοι θα μείνουν με τα βασικά

Μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που επιδοτείται η ανεργία έρχεται από την άνοιξη του 2026, φέρνοντας ένα νέο μοντέλο που ανατρέπει όσα ίσχυαν μέχρι σήμερα. Το νέο επίδομα ανεργίας, το οποίο θα εφαρμοστεί καθολικά από την 1η Απριλίου 2026, βασίζεται σε μια διαφορετική φιλοσοφία: περισσότερα χρήματα στην αρχή της ανεργίας και σταδιακή μείωση στη συνέχεια, με σαφή σύνδεση του ποσού με τον εργασιακό βίο και τις αποδοχές του δικαιούχου.

Μετά από έναν χρόνο πιλοτικής εφαρμογής, στην οποία συμμετέχουν έως 15.000 άνεργοι, το υπουργείο Εργασίας ετοιμάζεται να περάσει στη γενική εφαρμογή του συστήματος. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το επίδομα δεν θα είναι πλέον ένα ενιαίο ποσό για όλους, αλλά θα διαμορφώνεται δυναμικά, ανάλογα με το ιστορικό ασφάλισης και το ύψος των μισθών που είχε ο εργαζόμενος πριν χάσει τη δουλειά του.

Στις πιο «εντυπωσιακές» περιπτώσεις, το νέο επίδομα μπορεί να αγγίξει ακόμη και τα 1.295 ευρώ τους πρώτους μήνες καταβολής. Αυτό το ποσό, ωστόσο, αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο προφίλ ανέργων: εργαζόμενους με πολυετή ασφάλιση –περίπου 20 χρόνια– και υψηλές αποδοχές κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Πρόκειται για λίγες περιπτώσεις, οι οποίες προβάλλονται ως παράδειγμα του νέου συστήματος, χωρίς όμως να αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη πλειονότητα των ανέργων.

Για τους περισσότερους δικαιούχους, ειδικά όσους έχουν περιορισμένα έτη ασφάλισης (2 έως 3 χρόνια) και χαμηλούς μισθούς, τα ποσά θα είναι αισθητά χαμηλότερα. Στην πράξη, το επίδομα για αυτή την κατηγορία αναμένεται να κυμαίνεται περίπου στα 450 έως 500 ευρώ τους πρώτους μήνες, με σημαντική μείωση μετά το πρώτο τρίμηνο ανεργίας. Αυτός ο εμπροσθοβαρής χαρακτήρας θεωρείται κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης, καθώς στόχος είναι να καλύπτονται καλύτερα οι αυξημένες ανάγκες που προκύπτουν αμέσως μετά την απώλεια εργασίας.

Η διάρκεια της επιδότησης αλλάζει επίσης. Το ανώτατο όριο φτάνει τους 24 μήνες, όμως πλέον συνδέεται αυστηρά με τον χρόνο απασχόλησης. Για τον πρώτο χρόνο ισχύει αναλογία δύο μήνες εργασίας για έναν μήνα επιδότησης. Για το δεύτερο έτος, οι όροι γίνονται πιο απαιτητικοί, καθώς απαιτούνται τρεις μήνες εργασίας για κάθε μήνα επιδόματος. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα ευνοεί όσους έχουν συνεχή και μακροχρόνια παρουσία στην αγορά εργασίας, ενώ αποκλείει ή περιορίζει σημαντικά όσους έχουν διακεκομμένη εργασιακή πορεία.

Το νέο επίδομα δεν αποτελείται από ένα μόνο ποσό, αλλά από τρία διακριτά μέρη. Το πρώτο είναι το σταθερό τμήμα, το οποίο λαμβάνουν όλοι οι δικαιούχοι. Υπολογίζεται ως ποσοστό του κατώτατου ημερομισθίου ή, αν ο μέσος μισθός του εργαζομένου ήταν χαμηλότερος, με βάση αυτόν. Το ποσοστό ξεκινά από το 70% κατά το πρώτο τρίμηνο της ανεργίας και μειώνεται σταδιακά, φτάνοντας έως και το 20% στο δεύτερο έτος επιδότησης.

Το δεύτερο σκέλος είναι το μεταβλητό μέρος, το οποίο λειτουργεί ουσιαστικά ως «μπόνους». Απευθύνεται σε ανέργους με μεγαλύτερο ασφαλιστικό βίο και υψηλότερες αποδοχές και υπολογίζεται με βάση τα έτη ασφάλισης (από το 4ο έως το 20ό έτος) και τον μέσο όρο των μισθών τους. Για να δικαιούται κάποιος αυτό το επιπλέον ποσό, θα πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 900 ημέρες ασφάλισης μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια, ενισχύοντας έτσι τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του νέου συστήματος.

Το τρίτο μέρος αφορά πρόσθετες παροχές και προσαυξήσεις. Προβλέπονται δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αυξήσεις για προστατευόμενα τέκνα, καθώς και –για πρώτη φορά– ειδική προσαύξηση για μονογονεϊκές οικογένειες, αναγνωρίζοντας τις αυξημένες ανάγκες αυτής της κατηγορίας.

Η πιλοτική φάση του προγράμματος ολοκληρώνεται στις αρχές Μαρτίου 2026 και θα ακολουθήσει αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Εφόσον εντοπιστούν προβλήματα ή στρεβλώσεις, προβλέπεται να γίνουν διορθωτικές παρεμβάσεις πριν την πλήρη εφαρμογή. Το έργο χρηματοδοτείται με 100 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ το όριο των 15.000 συμμετεχόντων θεωρείται επαρκές για την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων.

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν το νέο επίδομα θα καταφέρει να στηρίξει ουσιαστικά τους ανέργους ή αν τελικά θα ενισχύσει κυρίως όσους είχαν ήδη σταθερή και καλά αμειβόμενη εργασία, αφήνοντας τους πιο ευάλωτους με σημαντικά χαμηλότερη προστασία.