Μια ριζοσπαστική ιδέα φαίνεται να συζητιέται έντονα στα κυβερνητικά επιτελεία, με στόχο να δοθεί απάντηση σε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα της εποχής: την οξυμένη στεγαστική κρίση. Το μέτρο που φημολογείται ότι εξετάζεται σοβαρά, αφορά την επιβολή ειδικού φόρου σε ιδιοκτήτες ακινήτων που αφήνουν τα σπίτια τους… να μαραζώνουν.
Πρόκειται για έναν «φόρο αδράνειας», δηλαδή ένα είδος χρηματικής τιμωρίας για όσους δεν αξιοποιούν τα ακίνητά τους ούτε τα ενοικιάζουν, ούτε τα χρησιμοποιούν. Εάν η πρόταση προχωρήσει, η Ελλάδα θα ακολουθήσει το παράδειγμα άλλων χωρών της Ευρώπης, όπως η Γαλλία, η οποία ήδη εφαρμόζει αντίστοιχο σύστημα με αξιοσημείωτα αποτελέσματα.
Ποιο είναι το σκεπτικό πίσω από τη σκέψη αυτή;
Η ελληνική αγορά ακινήτων, παρά τον κατασκευαστικό της οργασμό σε τουριστικές περιοχές, κρύβει μέσα της ένα «θησαυρό σε αδράνεια». Σύμφωνα με εκτιμήσεις, πάνω από 750.000 κατοικίες σε ολόκληρη τη χώρα παραμένουν κενές, χωρίς να χρησιμοποιούνται ή να προσφέρονται προς ενοικίαση ή πώληση. Αυτό το «στοκ αδράνειας» στερεί από την αγορά πολύτιμες κατοικίες και εντείνει την πίεση στα ενοίκια, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, βλέπει την επιβολή ενός τέτοιου φόρου όχι μόνο ως μέσο ενίσχυσης της προσφοράς στέγης, αλλά και ως πηγή εσόδων που θα μπορούσαν να διοχετευτούν σε κοινωνικά προγράμματα στέγασης για ευάλωτες ομάδες.
Πώς θα λειτουργεί ο φόρος;
Βάσει των προτάσεων που έχουν πέσει στο τραπέζι, ο φόρος θα επιβάλλεται σε διαμερίσματα ή κατοικίες που παραμένουν αχρησιμοποίητα για διάστημα μεγαλύτερο των 12 συνεχόμενων μηνών. Το ύψος του θα κυμαίνεται γύρω στο 15% της ετήσιας αντικειμενικής μισθωτικής τους αξίας.
Για παράδειγμα, ένα σπίτι με εκτιμώμενη ενοικιαστική αξία 400 ευρώ μηνιαίως (4.800 ευρώ τον χρόνο), θα «χρεωθεί» με 720 ευρώ φόρο αδράνειας, αν μείνει κενό.
Το γαλλικό μοντέλο, στο οποίο βασίζεται εν μέρει η ελληνική πρόταση, είναι ακόμη πιο αυστηρό: η φορολόγηση ξεκινά στο 17% τον πρώτο χρόνο και ανεβαίνει στο 34% για κάθε επόμενο. Εφαρμόζεται δε σε χιλιάδες δήμους και θεωρείται αποτελεσματικό μέτρο αντιμετώπισης της υποχρησιμοποίησης κατοικιών.
Ποιους αφορά – και ποιοι εξαιρούνται
Ο σχεδιαζόμενος φόρος δεν θα πλήξει μόνο φυσικά πρόσωπα αλλά και εταιρείες ή νομικά πρόσωπα που κατέχουν ακίνητα σε πόλεις και τα διατηρούν κλειστά χωρίς καμία ένδειξη αξιοποίησης.
Δεν θα λείψουν, ωστόσο, και οι εξαιρέσεις. Φημολογείται ότι θα απαλλάσσονται περιπτώσεις ακινήτων που:
Βρίσκονται υπό ανακαίνιση ή στα αρχικά στάδια τακτοποίησης αυθαιρεσιών
Είναι μη κατοικήσιμα λόγω έλλειψης βασικών υποδομών (ρεύμα, νερό, στατική επάρκεια)
Έχουν ήδη προσφερθεί επανειλημμένα στην αγορά, χωρίς αποτέλεσμα
Golden Visa: Ειδική περίπτωση ή όχι;
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο ανοίγει με τα ακίνητα που αποκτήθηκαν μέσω του προγράμματος Golden Visa. Πολλοί από τους κατόχους αυτών των ακινήτων δεν διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, αφήνοντας τις κατοικίες τους ανεκμετάλλευτες για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Το ενδεχόμενο να μην εξαιρεθούν από το μέτρο οι ιδιοκτήτες αυτών των κατοικιών συζητείται σοβαρά, με στόχο την «πίεση» για ενεργή χρήση τους — είτε μέσω ενοικίασης είτε ως κύρια ή δευτερεύουσα κατοικία.
Ποια τα αναμενόμενα έσοδα για το κράτος;
Ακόμη και αν το μέτρο εφαρμοστεί στο 30% του ανενεργού αποθέματος ακινήτων, το δημόσιο θα μπορούσε να αντλήσει πάνω από 150 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε ενίσχυση της κοινωνικής στέγασης, ένα πεδίο που στη χώρα μας παραμένει υποχρηματοδοτούμενο.
Πολιτικό ρίσκο ενόψει ΔΕΘ
Παρά την οικονομική του λογική, το μέτρο δεν θεωρείται πολιτικά ανώδυνο. Η ακίνητη περιουσία παραμένει συναισθηματικά φορτισμένο ζήτημα για την ελληνική κοινωνία και συχνά συνδέεται με την ασφάλεια της μεσαίας τάξης. Ένα νέο φορολογικό βάρος, ακόμη και αν αφορά «αδρανή σπίτια», μπορεί να επαναφέρει στη μνήμη τις δυσάρεστες εμπειρίες της κρίσης.
Γι’ αυτό και το οικονομικό επιτελείο φέρεται να μετρά προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά της ανακοίνωσης του μέτρου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Οποιαδήποτε νύξη για νέες φορολογίες στην ακίνητη περιουσία ενδέχεται να προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις, τόσο από την ΠΟΜΙΔΑ όσο και από πολιτικά κόμματα και ομάδες ψηφοφόρων που νιώθουν ήδη οικονομικά πιεσμένοι.


