Η κυβέρνηση φέρνει από το 2026 αλλαγές στη φορολογία των ενοικίων, βάζοντας στο τραπέζι μια νέα κλίμακα που υπόσχεται ελάφρυνση για τη μεσαία τάξη αλλά ταυτόχρονα προκαλεί φόβους για νέες αυξήσεις στις τιμές. Ο νέος ενδιάμεσος συντελεστής 25% για εισοδήματα από 12.000 έως 35.000 ευρώ έρχεται να αντικαταστήσει τον μέχρι σήμερα «τοίχο» του 35%, δίνοντας ανάσα στους ιδιοκτήτες, αλλά δημιουργώντας και εύλογες ανησυχίες για το μέλλον της αγοράς.
Πώς φορολογούνται σήμερα τα ενοίκια
Η ισχύουσα κλίμακα προβλέπει 15% φόρο για εισοδήματα έως 12.000 ευρώ, 35% για το κομμάτι των αποδοχών μεταξύ 12.001 και 35.000 ευρώ και 45% για ποσά πάνω από αυτό το όριο. Η μεγάλη «ανηφόρα» από τον χαμηλό στον μεσαίο συντελεστή θεωρείται από πολλούς άδικη, καθώς η μετάβαση είναι απότομη και συχνά οδηγεί τους ιδιοκτήτες σε αδήλωτες μισθώσεις για να μην υπερβούν το όριο.
Τα οφέλη της νέας κλίμακας
Με την εισαγωγή του συντελεστή 25%, οι ιδιοκτήτες που βρίσκονται στη μεσαία φορολογική κατηγορία θα δουν απτή μείωση. Για παράδειγμα, κάποιος που εισπράττει 15.000 ευρώ από ενοίκια θα πληρώνει 2.550 ευρώ φόρο, αντί για 2.850 σήμερα – δηλαδή εξοικονόμηση 300 ευρώ. Όσο μεγαλύτερο είναι το εισόδημα, τόσο πιο αισθητό γίνεται το όφελος.
Η ομαλότερη κλιμάκωση θεωρείται επίσης ένα βήμα για να περιοριστεί η παραοικονομία. Η «παγίδα» του 35% έσπρωχνε αρκετούς ιδιοκτήτες να αποκρύπτουν έσοδα. Με τη νέα διάρθρωση, η δήλωση του πραγματικού εισοδήματος γίνεται πιο ελκυστική.
Επιπλέον, η κυβέρνηση εκτιμά ότι με τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης αρκετά από τα περίπου 200.000 κλειστά διαμερίσματα θα βγουν ξανά στην αγορά μακροχρόνιων μισθώσεων, δίνοντας ανάσα στη διαθεσιμότητα κατοικιών.
Οι κίνδυνοι που επισημαίνουν οι ειδικοί
Παρά τα πλεονεκτήματα, δεν λείπουν οι ανησυχίες. Κτηματομεσίτες και οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η φοροελάφρυνση μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα, δίνοντας ώθηση σε νέες αυξήσεις ενοικίων. Οι ιδιοκτήτες, νιώθοντας μεγαλύτερη ευχέρεια, ενδέχεται να μετακυλήσουν το όφελος στα μισθώματα αντί να το κρατήσουν ως ελάφρυνση.
Ένα ακόμη μειονέκτημα είναι ότι η μεταρρύθμιση δεν αντιμετωπίζει τα διαρθρωτικά προβλήματα που κρατούν τις τιμές ψηλά: την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών, τον έντονο ανταγωνισμό από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb και τη συγκέντρωση πολλών ακινήτων σε λίγους ιδιοκτήτες. Αν δεν υπάρξουν παράλληλα μέτρα για αύξηση της προσφοράς, η μείωση φόρου μπορεί να «εξαφανιστεί» μέσα στην άνοδο των τιμών.
Τέλος, υπάρχει ο κίνδυνος κάποιοι ιδιοκτήτες να εκμεταλλευτούν την ελάφρυνση και να στραφούν ακόμη περισσότερο στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, όπου τα κέρδη είναι υψηλότερα, αντί να διαθέσουν τα ακίνητα σε μακροχρόνιους ενοικιαστές.
Το μεγάλο στοίχημα για το στεγαστικό
Το οικονομικό επιτελείο στηρίζει πολλά στη νέα ρύθμιση, όμως οι σκιές είναι εμφανείς. Η αγορά κατοικίας ήδη δοκιμάζεται από έλλειψη διαθεσιμότητας και υψηλές τιμές, ενώ οι ενοικιαστές βλέπουν τα εισοδήματά τους να μην επαρκούν για να καλύψουν το κόστος στέγασης. Αν οι αλλαγές οδηγήσουν τελικά σε περαιτέρω άνοδο μισθωμάτων, η μεσαία τάξη μπορεί να χάσει περισσότερα απ’ όσα κερδίσει.
Το στοίχημα, επομένως, είναι αν η μείωση στη φορολογία θα αποδειχθεί πραγματική «ανάσα» ή αν θα καταλήξει να μετατραπεί σε νέα πηγή πίεσης για όσους αναζητούν σπίτι να νοικιάσουν.


