Οι αλλαγές στις ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα παλιό αλλά κρίσιμο ερώτημα: αξίζει να πληρώνεις περισσότερα σήμερα για να πάρεις καλύτερη σύνταξη αύριο ή τελικά το σύστημα δεν σε ανταμείβει όσο νομίζεις; Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη, καθώς οι νέες εισφορές μπορούν να διαβαστούν με δύο διαφορετικούς τρόπους, που οδηγούν συχνά σε αντικρουόμενα συμπεράσματα.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται το καθαρό ποσό της σύνταξης που θα λαμβάνει κάποιος μετά τη συνταξιοδότηση. Από την άλλη, υπάρχει η ανταποδοτικότητα, δηλαδή το ποσοστό των εισφορών που επιστρέφεται τελικά στον ασφαλισμένο. Ανάλογα με το ποια οπτική επιλέγει κανείς, αλλάζει και το ποιος θεωρείται «κερδισμένος».
Υψηλές εισφορές, υψηλότερη σύνταξη – αλλά με κόστος
Μετά την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 2,5%, το νέο τοπίο που διαμορφώνεται από την 1η Ιανουαρίου 2026 δείχνει ξεκάθαρα ότι όσοι επιλέγουν υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία βάζουν τις βάσεις για μεγαλύτερη σύνταξη. Οι μηνιαίες εισφορές κύριας ασφάλισης ξεκινούν από τα 261,02 ευρώ για την 1η κατηγορία και φτάνουν τα 686,12 ευρώ για την 6η. Για τους νέους επαγγελματίες, έως πέντε χρόνια από την έναρξη δραστηριότητας, το ποσό είναι σημαντικά χαμηλότερο, στα 160,32 ευρώ.
Στην πράξη, όσοι επιλέγουν την 4η, 5η ή 6η κατηγορία μπορούν να δουν συντάξεις που ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ ακόμη και με 30 χρόνια ασφάλισης. Αντίθετα, όσοι παραμένουν στις χαμηλότερες βαθμίδες δύσκολα θα αγγίξουν αυτό το όριο, ακόμη και αν συμπληρώσουν 40 χρόνια εισφορών.
Με απλά λόγια: όποιος πληρώνει περισσότερα, παίρνει περισσότερα. Όμως αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια.
Όταν μετράς τι παίρνεις πίσω, το παιχνίδι αλλάζει
Η εικόνα διαφοροποιείται ριζικά όταν η σύγκριση γίνεται με βάση το πόσο «επιστρέφονται» οι εισφορές στον ασφαλισμένο. Σε αυτή την ανάγνωση, οι χαμηλές ασφαλιστικές κατηγορίες εμφανίζονται σαφώς πιο συμφέρουσες.
Με 40 χρόνια ασφάλισης στην 1η ή τη 2η κατηγορία, το ποσοστό αναπλήρωσης φτάνει περίπου στο 70%. Με 35 χρόνια κυμαίνεται στο 60,7%, ενώ με 30 χρόνια διαμορφώνεται κοντά στο 53%. Αυτό σημαίνει ότι, αναλογικά, ένας επαγγελματίας παίρνει πίσω μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που κατέβαλε στη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
Στις υψηλές κατηγορίες, παρότι το τελικό ποσό σύνταξης είναι σαφώς μεγαλύτερο, η ανταποδοτικότητα μειώνεται αισθητά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της 6ης κατηγορίας: με 40 χρόνια ασφάλισης, η σύνταξη φτάνει περίπου τα 1.940 ευρώ, όμως το ποσοστό αναπλήρωσης περιορίζεται στο 56,55%, όταν στην 1η κατηγορία αγγίζει το 69,7%.
Με άλλα λόγια, πληρώνεις πολύ περισσότερα για να πάρεις αναλογικά λιγότερα πίσω.
Γιατί οι περισσότεροι επιλέγουν τις χαμηλές εισφορές
Τα παραπάνω εξηγούν σε μεγάλο βαθμό και τη συμπεριφορά των ασφαλισμένων. Σήμερα, περίπου 8 στους 10 ελεύθερους επαγγελματίες παραμένουν στην 1η ή τη 2η ασφαλιστική κατηγορία, ενώ μόλις 2 στους 10 επιλέγουν υψηλότερες εισφορές.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία ούτε αποτέλεσμα άγνοιας. Οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι θα λάβουν χαμηλότερη σύνταξη στο μέλλον, όμως προτιμούν να διατηρήσουν χαμηλότερο μηνιαίο κόστος σήμερα, ειδικά σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, αυξημένων λειτουργικών εξόδων και φορολογικών επιβαρύνσεων.
Για πολλούς επαγγελματίες, η σύνταξη θεωρείται πλέον συμπληρωματικό και όχι βασικό εισόδημα, γεγονός που καθιστά τις υψηλές εισφορές λιγότερο ελκυστικές.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει το σκηνικό
Αν ο στόχος της πολιτείας είναι να στρέψει περισσότερους ασφαλισμένους προς τις υψηλότερες κατηγορίες, το σημερινό μοντέλο δεν αρκεί. Χωρίς ουσιαστική βελτίωση της ανταποδοτικότητας, οι επαγγελματίες δύσκολα θα πειστούν να πληρώνουν σημαντικά περισσότερα κάθε μήνα.
Η λύση φαίνεται να περνά μέσα από αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων, με μεγαλύτερη προσαύξηση για όσους καταβάλλουν υψηλές εισφορές και πιο ξεκάθαρο όφελος σε βάθος χρόνου. Διαφορετικά, η «ασφαλής» επιλογή των χαμηλών κατηγοριών θα παραμείνει κυρίαρχη.
Το δίλημμα, λοιπόν, παραμένει: υψηλή σύνταξη με χαμηλή ανταποδοτικότητα ή χαμηλότερη σύνταξη με καλύτερη σχέση κόστους–οφέλους; Για την ώρα, οι αριθμοί δείχνουν ότι η πλειονότητα έχει ήδη δώσει τη δική της απάντηση.



