Μυστικά που οδηγούν όχι μόνον σε προσαύξηση σύνταξης λόγω «διπλών» εισφορών αλλά και σε συμφερότερο όριο ηλικίας για πλήρη σύνταξη στα 62, αντί για μειωμένη, κρύβει ο χρόνος της παράλληλης ασφάλισης.

Το τι ισχύει και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί ο παράλληλος χρόνος ασφάλισης το αποσαφηνίζει η νέα εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας με βάση τη διάταξη του νέου νόμου 4670/2020.

Αυτή τη στιγμή είναι σε εκκρεμότητα πάνω από 30.000 αιτήσεις για σύνταξη με παράλληλη ασφάλιση που έχουν υποβληθεί από 13 Μαΐου του 2016 και είτε δεν έχουν εκδοθεί καθόλου οριστικές αποφάσεις είτε εκδόθηκε η σύνταξη από τον έναν φορέα και εκκρεμεί η προσαύξηση για τον παράλληλο χρόνο σε άλλον φορέα. Το πρώτο ζητούμενο μετά την έκδοση της εγκυκλίου είναι να αρχίσουν να υπολογίζονται και να πληρώνονται οι «παράλληλες συντάξεις».

Σύμφωνα με την εγκύκλιο του υπουργείου Εργασίας: 

  1. Η παράλληλη ασφάλιση αναφέρεται στα χρονικά διαστήματα που έχουν διανυθεί έως τις 31.12.2016 σε δύο ή περισσότερους ασφαλιστικούς φορείς που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ λόγω παροχής μισθωτής εργασίας ή λόγω άσκησης εκ παραλλήλου μισθωτής και αυτοτελούς ή ελεύθερου επαγγέλματος ή αγροτικής απασχόλησης, για τα οποία έχουν καταβληθεί οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές. Τα χρονικά αυτά διαστήματα θεωρούνται διακριτοί, αυτοτελείς χρόνοι κύριας ασφάλισης.
  2. Μετά τη λειτουργία του e-ΕΦΚΑ από 1.1.2017 και εφεξής δεν υφίσταται πλέον παράλληλη ασφάλιση, εφόσον υπάρχει μόνο ένας Φορέας Κύριας Ασφάλισης, αλλά μόνο παράλληλη απασχόληση. Τα διαστήματα αυτά θεωρούνται ως ένας ενιαίος χρόνος ασφάλισης για κύρια σύνταξη.
  3. Το χρονικό διάστημα παράλληλης απασχόλησης που έχει διανυθεί στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ μετά την 1.1.2017 προσμετράται, κατ’ επιλογή του ασφαλισμένου, στον ασφαλιστικό χρόνο ενός από τους ενταχθέντες στον e-ΕΦΚΑ φορείς, στον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές για τη θεμελίωση αυτοτελούς συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Το δικαίωμα αυτό ασκείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για απονομή κύριας σύνταξης.
  4. Ο χρόνος ασφάλισης μέχρι 31.12.2016 καθώς και ο χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί από την 1.1.2017 και εντεύθεν, με τον οποίο θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης.
  5. Για το χρόνο ασφάλισης έως 31.12.2016 στον άλλο φορέα που δεν έχει ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, χορηγείται επιπλέον παροχή για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, η οποία υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς. Ο συντάξιμος μισθός σε αυτή την περίπτωση προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς.

 Παράδειγμα: Ιδιοκτήτης εμπορικής επιχείρησης ασφαλισμένος στον ΟΑΕΕ από το 1980 έως την 31.12.2016, ο οποίος εργάζεται παράλληλα ως ιδιωτικός υπάλληλος, ασφαλισμένος στο ΙΚΑ από την 01.01.2005 έως 31.12.2016. Από την 01.01.2017 έως 31.12.2020 συνεχίζει και τις δύο δραστηριότητες για τις οποίες καταβάλλει εισφορές στον e-ΕΦΚΑ. Ο συνολικός του χρόνος είναι 41 έτη.

Με βάση την ανωτέρω οριοθέτηση, ο ασφαλισμένος έχει: παράλληλη ασφάλιση από την 01.01.2005 έως 31.12.2016 και παράλληλη απασχόληση από 01.01.2017 έως 31.12.2020.

Ο χρόνος παράλληλης απασχόλησης από 01.01.2017 έως 31.12.2020 δύναται, κατ’ επιλογή του ασφαλισμένου, να αξιοποιηθεί προκειμένου να θεμελιωθεί αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα είτε με διατάξεις του ΙΚΑ είτε του ΟΑΕΕ. Ο ασφαλισμένος, έχοντας συμπληρώσει το 62ο έτος θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα για μειωμένη σύνταξη ΙΚΑ όπου έχει 15 έτη παράλληλης ασφάλισης, ενώ με τις διατάξεις του ΟΑΕΕ όπου έχει τα περισσότερα χρόνια παίρνει πλήρη σύνταξη με 41 έτη ασφάλισης στα 62. Προφανώς ο ασφαλισμένος θα επιλέξει να συνταξιοδοτηθεί με τις διατάξεις του ΟΑΕΕ.

Το ποσό που θα λάβει από τον e-ΕΦΚΑ υπολογίζεται ως εξής:

  • Εθνική σύνταξη 384 ευρώ.
  • Ανταποδοτική σύνταξη που προκύπτει από το ποσοστό αναπλήρωσης 50,51%, που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης των 41 ετών (1980-2020) επί του μέσου όρου των συντάξιμων αποδοχών από το 2002 έως το 2020, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αποδοχές της μισθωτής απασχόλησης των ετών 2017-2020.
  • Προσαύξηση της σύνταξης για τον παράλληλο με τον ΟΑΕΕ χρόνο ασφάλισης στο ΙΚΑ, δηλαδή για τα έτη 2005-2016, που υπολογίζεται σε ποσοστό 0,075% για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα επιπλέον εισφοράς επί των συντάξιμων αποδοχών του.
  • Η προσαύξηση 0,075% θα ισχύσει και για τον υπολογισμό της επικουρικής σύνταξης, στις περιπτώσεις παράλληλης ασφάλισης για όσους συνταξιοδοτούνται από 1.1.2015 και μετά σε περιπτώσεις καταβολής εισφορών μεγαλύτερων του 6%.

Τα αυξημένα ποσοστά αναπλήρωσης για συντάξεις ενστόλων

Με την ίδια εγκύκλιο τίθεται σε ισχύ η προσαύξηση στα ποσοστά αναπλήρωσης για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης των ειδικών κατηγοριών στρατιωτικών (ιπταμένων, καταδρομέων, κ.ά.) μετά το 45ο έτος. Για τις συγκεκριμένες ειδικές κατηγορίες στρατιωτικών το κάθε εξάμηνο υπηρεσίας λογίζεται ως έτος και έτσι ο χρόνος ασφάλισης βγαίνει διπλάσιος. Με τον νέο νόμο 4670/2020 για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής τους σύνταξης προβλέφθηκε ειδική προσαύξηση 2% (αντί 0,5% που ισχύει για όλους τους άλλους ασφαλισμένους) για κάθε έτος ασφάλισης μετά το 45ο. Για όσους έχουν 22,5 και άνω έτη πραγματικής υπηρεσίας και με τα διπλά ξεπερνούν τα 45, τα ποσοστά αναπλήρωσης θα είναι αυξημένα κατά 2% αντί 0,5%.

Για παράδειγμα, με τον νέο νόμο το ποσοστό αναπλήρωσης στα 40 έτη είναι 50,01% (αντί 42,80% με τον νόμο Κατρούγκαλου). Στα 45 έτη τα ποσοστά είναι σχεδόν ίδια, 52,5% και 52,80%, ενώ στα 50 έτη υπερτερούν τα ποσοστά του νόμου Κατρούγκαλου, με 62,8% έναντι 55% του νέου νόμου. Για τους ιπτάμενους, τους βατραχάνθρωπους, τους καταδρομείς και άλλες ειδικές κατηγορίες των «Ενόπλων Δυνάμεων» που φτάνουν στα 50 έτη λόγω διπλών εξαμήνων, το ποσοστό αναπλήρωσης θα είναι +2% από το 45ο έτος και μετά και θα φτάνει στο 62,5% για να μην έχουν μικρότερη σύνταξη.

Από το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις» του Ελεύθερου Τύπου