Μια υπόθεση που ξεκίνησε από μια μεταβίβαση ακινήτου το 2015 και κατέληξε σε φορολογική διαμάχη το 2026, έρχεται να υπενθυμίσει με τον πιο σαφή τρόπο ότι στις υποθέσεις κληρονομιάς το βάρος της απόδειξης δεν είναι τυπική λεπτομέρεια — είναι καθοριστικός παράγοντας.
Στις 19 Ιανουαρίου 2026, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, μέσω της Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, επικύρωσε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς, απορρίπτοντας ενδικοφανή προσφυγή κληρονόμου. Η απόφαση βασίστηκε στην αξιολόγηση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία κρίθηκαν ανεπαρκώς τεκμηριωμένα από τον προσφεύγοντα.
Η αφετηρία: Μια μεταβίβαση πριν τον θάνατο
Το επίκεντρο της διαφοράς ήταν ένα ακίνητο που μεταβιβάστηκε στις 29 Ιουλίου 2015 — δηλαδή περίπου τρία χρόνια πριν τον θάνατο της κληρονομουμένης, ο οποίος επήλθε στις 19 Απριλίου 2018.
Η χρονική συγκυρία της μεταβίβασης δεν ήταν αδιάφορη. Σε φορολογικό επίπεδο, πράξεις που λαμβάνουν χώρα λίγα χρόνια πριν από τον θάνατο συχνά εξετάζονται εξονυχιστικά, ιδίως όταν εγείρονται ζητήματα σχετικά με το πραγματικό οικονομικό τους περιεχόμενο. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση.
Μετά την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς στις 20 Αυγούστου 2025, ο κληρονόμος προσέφυγε ενδικοφανώς στις 20 Σεπτεμβρίου 2025, ζητώντας είτε την ακύρωση είτε την τροποποίηση της πράξης. Ο βασικός του ισχυρισμός ήταν ότι ο φορολογικός υπολογισμός είχε βασιστεί σε εσφαλμένη αποτύπωση της κληρονομιαίας περιουσίας.
Ο ισχυρισμός περί «εικονικής» συναλλαγής
Η γραμμή άμυνας του προσφεύγοντος κινήθηκε σε δύο επίπεδα.
Πρώτον, υποστήριξε ότι η μεταβίβαση του 2015 ήταν εικονική. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το τίμημα που αναφερόταν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν καταβλήθηκε ποτέ πραγματικά. Για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του, επικαλέστηκε:
Τη σοβαρή επιβάρυνση της υγείας της κληρονομουμένης τα τελευταία χρόνια πριν από τον θάνατό της.
Την απουσία τραπεζικών κινήσεων που να αποδεικνύουν την είσπραξη του αναγραφόμενου ποσού.
Κατά την άποψή του, εφόσον δεν υπήρξε πραγματική καταβολή τιμήματος, το συγκεκριμένο ποσό δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστεί στη φορολογητέα ύλη της κληρονομιάς.
Το εναλλακτικό επιχείρημα: Ανάλωση του τιμήματος
Σε δεύτερο επίπεδο, ο κληρονόμος διατύπωσε εναλλακτικό ισχυρισμό: ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το τίμημα πράγματι καταβλήθηκε, αυτό είχε — όπως ανέφερε — εξαντληθεί έως τον χρόνο του θανάτου.
Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη εξόδων φροντίδας, ιατρικών αναγκών και γενικότερων δαπανών διαβίωσης της αποβιώσασας. Συνεπώς, κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης (δηλαδή την ημερομηνία θανάτου), το ποσό δεν υφίστατο πλέον ως στοιχείο της περιουσίας.
Η επιχειρηματολογία αυτή στόχευε στη μείωση της φορολογητέας βάσης και, κατ’ επέκταση, του επιβληθέντος φόρου κληρονομιάς.
Η κρίση της Διοίκησης: Το βάρος της απόδειξης
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εξέτασε το σύνολο των στοιχείων του φακέλου και κατέληξε σε σαφές συμπέρασμα: οι ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν επαρκώς.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν δύο παράγοντες:
Το περιεχόμενο του συμβολαίου του 2015, στο οποίο γινόταν ρητή αναφορά σε καταβολή τιμήματος.
Η έλλειψη συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν είτε την εικονικότητα της συναλλαγής είτε την πλήρη ανάλωση του ποσού πριν από τις 19 Απριλίου 2018.
Η Διοίκηση υπογράμμισε ότι, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, το βάρος απόδειξης φέρει ο φορολογούμενος. Δεν αρκεί δηλαδή η επίκληση πιθανολογούμενων γεγονότων ή γενικών αναφορών στην κατάσταση υγείας. Απαιτούνται σαφή, τεκμηριωμένα και συγκεκριμένα στοιχεία.
Στην απουσία τέτοιων αποδείξεων, η διοικητική πράξη δεν μπορούσε να ανατραπεί.
Η τελική κατάληξη
Με αυτά τα δεδομένα, η ενδικοφανής προσφυγή απορρίφθηκε στο σύνολό της και η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς παρέμεινε σε ισχύ.
Η απόφαση λειτουργεί ως σαφές μήνυμα προς τους φορολογούμενους: σε υποθέσεις που αφορούν μεταβιβάσεις ακινήτων πριν τον θάνατο και σε αμφισβήτηση της σύνθεσης της κληρονομιαίας περιουσίας, η τεκμηρίωση δεν είναι τυπικό ζήτημα αλλά ουσιαστική προϋπόθεση επιτυχίας.
Τι δείχνει η υπόθεση στην πράξη
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει τρεις κρίσιμες παραμέτρους:
Οι μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται λίγα χρόνια πριν από τον θάνατο εξετάζονται με αυξημένη προσοχή.
Η αναφορά σε συμβολαιογραφικό έγγραφο δημιουργεί ισχυρό τεκμήριο, το οποίο δεν ανατρέπεται χωρίς σαφή αποδεικτικά μέσα.
Η επίκληση ανάλωσης χρηματικών ποσών απαιτεί λεπτομερή τεκμηρίωση (π.χ. αναλυτικές δαπάνες, ιατρικά έξοδα, κινήσεις λογαριασμών).
Σε περιβάλλον αυξημένων ελέγχων και διασταυρώσεων, η προετοιμασία και η πλήρης καταγραφή των οικονομικών δεδομένων αποτελούν κρίσιμο εργαλείο για την αποφυγή δυσάρεστων φορολογικών εκπλήξεων.
Η απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2026 δεν αφορά μόνο έναν κληρονόμο. Αποτελεί πρακτικό προηγούμενο που υπενθυμίζει ότι στη φορολογική διαδικασία δεν κερδίζει όποιος έχει το πιο πειστικό αφήγημα — αλλά όποιος έχει τα πιο ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία.


