Μια «σιωπηλή» αλλαγή που μπορεί να κοστίσει ακριβά στους καταναλωτές έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, καθώς όλο και περισσότεροι πελάτες της Εθνικής Τράπεζας ανακαλύπτουν κάτι που πιθανότατα τους πέρασε απαρατήρητο: η τράπεζα τροποποιεί τους λογαριασμούς τους χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή τους, επιβάλλοντας νέα χρέωση κάθε μήνα.
Συγκεκριμένα, δεκάδες πολίτες κατέφυγαν στην Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ., καταγγέλλοντας ότι έλαβαν επιστολή από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (ΕΤΕ), στην οποία τους ανακοινώνεται ότι οι μέχρι τώρα «απλοί» καταθετικοί λογαριασμοί τους – είτε πρόκειται για λογαριασμούς ταμιευτηρίου είτε για τρεχούμενους – πρόκειται να μετατραπούν σε έναν νέο τύπο, τον λεγόμενο «λογαριασμό προνομίων».
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Πολύ απλά, ότι από δω και στο εξής θα πληρώνουν 0,80 ευρώ τον μήνα, δηλαδή σχεδόν 10 ευρώ τον χρόνο, μόνο και μόνο για να διατηρούν τον λογαριασμό τους. Η χρέωση αυτή, όπως ισχυρίζεται η τράπεζα, προσφέρει κάποιες «ευκολίες» και μειώσεις στο κόστος ορισμένων συναλλαγών, χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο αν αυτές οι μειώσεις πράγματι συμφέρουν τους καταναλωτές ή απλώς εξυπηρετούν την εμπορική πολιτική της τράπεζας.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι το ποσό αυτό καθαυτό – όσο το γεγονός ότι η αλλαγή δεν απαιτεί ενεργή συναίνεση από τον πελάτη. Αντιθέτως, εάν ο καταθέτης δεν αντιδράσει εντός 60 ημερών από την ημερομηνία που εκδόθηκε η σχετική ειδοποίηση, η τράπεζα προχωρά αυτόματα στην τροποποίηση του λογαριασμού.
Με άλλα λόγια, η σιωπή του καταναλωτή εκλαμβάνεται ως αποδοχή!
Πολλοί πολίτες εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους για αυτή την πρακτική, θεωρώντας την καταχρηστική και αδιαφανή. Ορισμένοι μάλιστα δεν αντιλήφθηκαν καν την ειδοποίηση, είτε επειδή δεν την έλαβαν ποτέ είτε επειδή πέρασε απαρατήρητη ανάμεσα σε άλλα τραπεζικά έγγραφα. Το αποτέλεσμα; Ένας μεγάλος αριθμός καταναλωτών βρίσκεται αντιμέτωπος με μια χρέωση που ούτε ζήτησε ούτε ενέκρινε.
Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ., από την πλευρά της, έχει ήδη συλλέξει αρκετές σχετικές καταγγελίες και παρακολουθεί στενά την εξέλιξη της υπόθεσης. Όπως επισημαίνει, τέτοιες μονομερείς μεταβολές από πλευράς τραπεζών πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρή νομοθεσία και να διασφαλίζεται η πλήρης ενημέρωση και συναίνεση των πελατών. Το γεγονός ότι ο πελάτης καλείται να ενεργήσει προκειμένου να αρνηθεί τη χρέωση, και όχι το αντίθετο, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη διαφάνεια και την ηθική αυτής της πρακτικής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για να αποφύγει κανείς τη νέα αυτή χρέωση, πρέπει να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια: να δηλώσει εγγράφως ή ηλεκτρονικά στην τράπεζα πως δεν αποδέχεται την αλλαγή. Αν αυτό δεν γίνει εντός του 60ήμερου περιθωρίου, η τράπεζα θεωρεί ότι έχει το ελεύθερο να εφαρμόσει τη νέα πολιτική.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Πόσοι καταναλωτές θα προλάβουν – ή ακόμα και θα καταλάβουν – ότι πρέπει να ενεργήσουν εγκαίρως;
Η υπόθεση αυτή δεν είναι απλώς ένα ακόμα παράδειγμα δυσλειτουργίας στον τραπεζικό τομέα. Φέρνει στην επιφάνεια ένα πολύ πιο ουσιαστικό ζήτημα: Τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις τράπεζες και τους πελάτες τους. Όταν οι οικονομικοί οργανισμοί – που διαχειρίζονται τα χρήματα και τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων πολιτών – προχωρούν σε αλλαγές που θίγουν άμεσα τους πελάτες τους χωρίς ξεκάθαρη συναίνεση, τότε τίθεται υπό αμφισβήτηση ο ίδιος ο ρόλος τους ως θεματοφύλακες της οικονομικής ασφάλειας.
Οι καταναλωτές καλούνται για άλλη μια φορά να είναι σε επιφυλακή, να διαβάζουν προσεκτικά κάθε επικοινωνία από την τράπεζα, και – το σημαντικότερο – να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Ειδικά όταν αυτά απειλούνται να χαθούν «στα ψιλά γράμματα».



