Μπορεί οι τιμές των ακινήτων να «καίνε» ήδη τους ενδιαφερόμενους, όμως τα χειρότερα – ή τα καλύτερα, ανάλογα την οπτική – φαίνεται πως μετατίθενται για αργότερα. Η κυβέρνηση, παρότι έχει δεχτεί εισηγήσεις και πιέσεις από διάφορους φορείς, αποφάσισε τελικά να διατηρήσει παγωμένες τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων μέχρι το 2027. Η απόφαση αυτή, αν και δεν έχει ακόμα ανακοινωθεί επίσημα, θεωρείται ειλημμένη σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές.
Αυτό το “πάγωμα” δεν είναι τυχαίο, ούτε απλά θέμα πολιτικής σκοπιμότητας. Η πραγματικότητα της αγοράς ακινήτων είναι ήδη αρκετά πιεστική. Η τελευταία μεγάλη αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών έγινε το 2021, όμως από τότε, οι εμπορικές τιμές έχουν εκτοξευθεί. Μόνο τα τελευταία χρόνια, οι αυξήσεις ξεπερνούν το 50% σε πολλές περιοχές της χώρας.
Αν γινόταν νέα αναπροσαρμογή τώρα, οι επιπτώσεις θα ήταν σοβαρές. Οι τιμές θα οδηγούνταν ακόμα ψηλότερα, συμπαρασύροντας και τις ενοικιάσεις, και εντείνοντας το ήδη οξυμένο στεγαστικό πρόβλημα. Είναι γνωστό άλλωστε πως η αντικειμενική αξία ενός ακινήτου επηρεάζει άμεσα σειρά φόρων και τελών, από τον ΕΝΦΙΑ και τους φόρους μεταβίβασης, έως τα δημοτικά τέλη και τις κληρονομιές.
Συνολικά, πάνω από 20 διαφορετικές επιβαρύνσεις συνδέονται άμεσα με τις αντικειμενικές αξίες. Μια νέα αύξηση θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ντόμινο, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μίγμα που θα επιβάρυνε τόσο τους ιδιοκτήτες όσο και τους ενοικιαστές. Η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να προκαλέσει ένα τέτοιο οικονομικό σοκ, ειδικά μέσα σε ένα περιβάλλον που ήδη δοκιμάζεται από πληθωριστικές πιέσεις, ακρίβεια και ενεργειακή αβεβαιότητα.
Έτσι, η πολιτική επιλογή είναι σαφής: καμία αναπροσαρμογή έως το 2027. Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια, οι πολίτες θα γνωρίζουν με βεβαιότητα πώς διαμορφώνονται οι αντικειμενικές αξίες – κάτι σπάνιο στην ελληνική φορολογική πραγματικότητα.
Αξιοσημείωτο είναι πως ενώ οι τιμές πώλησης συνεχίζουν να ανεβαίνουν, οι αντικειμενικές αξίες παραμένουν στάσιμες. Αυτό δημιουργεί μια απόκλιση που έχει και θετικές και αρνητικές συνέπειες. Από τη μία, οι φόροι που βασίζονται στις αντικειμενικές τιμές δεν αυξάνονται – ένα θετικό για τους ιδιοκτήτες. Από την άλλη όμως, προκαλεί στρεβλώσεις στην αγορά, αφού η διαφορά μεταξύ αντικειμενικής και εμπορικής αξίας μπορεί να οδηγήσει σε «γκρίζες ζώνες» και φαινόμενα φοροαποφυγής ή αδικίας.
Την ίδια στιγμή, στον ορίζοντα προετοιμάζεται μια μεγάλη τεχνολογική αλλαγή: από το 2025 αναμένεται να ενεργοποιηθεί η νέα ψηφιακή πλατφόρμα που θα καθορίζει αυτόματα τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων σε όλη τη χώρα. Η καινοτομία αυτή δεν θα βασίζεται μόνο σε παραδοσιακά στοιχεία, αλλά θα αξιοποιεί ακόμα και δορυφορικά δεδομένα για την ακριβέστερη αποτύπωση κάθε περιοχής.
Η νέα αυτή πλατφόρμα ενδέχεται να φέρει επανάσταση στη φορολογία ακινήτων. Πρακτικά, θα μπορούσε να σημάνει το τέλος των “χειροκίνητων” αναπροσαρμογών και την αρχή ενός συστήματος που θα παρακολουθεί διαρκώς την αγορά και θα προσαρμόζει τις αντικειμενικές αξίες σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Αν συμβεί αυτό, τότε το 2027 ίσως δούμε μια ριζική επαναξιολόγηση της ακίνητης περιουσίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους φόρους, τις μεταβιβάσεις και τις επενδύσεις.
Μέχρι τότε, ωστόσο, φαίνεται πως το τοπίο παραμένει σταθερό – τουλάχιστον στα χαρτιά. Οι τιμές στην αγορά θα συνεχίσουν την πορεία τους, αλλά οι αντικειμενικές αξίες θα μένουν αμετάβλητες. Αυτό δίνει έναν αναπνευστικό χώρο στους πολίτες, αλλά και στην κυβέρνηση, η οποία αποφεύγει να ρίξει “λάδι στη φωτιά” του στεγαστικού προβλήματος.
Κλείνοντας, μπορεί κανείς να δει αυτή την απόφαση με μικτά συναισθήματα: για κάποιους αποτελεί ασπίδα απέναντι σε νέες επιβαρύνσεις· για άλλους, είναι μια χαμένη ευκαιρία για εξορθολογισμό και εναρμόνιση με την πραγματικότητα της αγοράς. Όπως και να έχει, το 2027 φαίνεται πως θα είναι το επόμενο μεγάλο ορόσημο στην πολιτική των ακινήτων στην Ελλάδα – και όλοι, ιδιοκτήτες, ενοικιαστές, επενδυτές και κράτος, θα πρέπει να προετοιμαστούν.
Μάθετε τα πάντα για ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ – ΔΥΠΑ – ΟΠΕΚΑ – ΟΑΕΔ – ΕΦΚΑ εδώ


