Η στεγαστική κρίση παραμένει ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της περιόδου, με τις επιπτώσεις της να γίνονται αισθητές κυρίως στα νέα νοικοκυριά, στους νέους εργαζόμενους και στις οικογένειες με χαμηλά ή μεσαία εισοδήματα. Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιχειρεί εκ νέου να παρέμβει, ανακοινώνοντας ένα πακέτο μέτρων που φιλοδοξεί να περιορίσει τις στρεβλώσεις της αγοράς κατοικίας και να ανακουφίσει όσους δοκιμάζονται από το υψηλό κόστος στέγασης.
Κατά την ολοκλήρωση της συζήτησης για τον κρατικό προϋπολογισμό στη Βουλή, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να παρουσιάσει τις βασικές κατευθύνσεις αυτών των παρεμβάσεων. Παρότι ο σχεδιασμός επικεντρώνεται στην ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών, κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι τα νέα μέτρα λειτουργούν κυρίως ως «φρένο» στις πιέσεις της αγοράς και όχι ως μια συνολική, μακροπρόθεσμη λύση στο πρόβλημα.
Ένας από τους βασικούς άξονες των ανακοινώσεων αφορά τη διεύρυνση των δικαιούχων της επιδότησης ενοικίου. Στόχος είναι να ενταχθούν περισσότερες κοινωνικές και πληθυσμιακές ομάδες που σήμερα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στα συνεχώς αυξανόμενα μισθώματα, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η λογική του μέτρου δεν αλλάζει, ωστόσο η επέκταση των κριτηρίων φιλοδοξεί να καλύψει κενά που έχουν αναδειχθεί στην πράξη, αφήνοντας μέχρι σήμερα εκτός σημαντικό αριθμό νοικοκυριών.
Ιδιαίτερο βάρος αναμένεται να δοθεί σε ένα νέο, φιλόδοξο πρόγραμμα ανακαίνισης παλαιών κατοικιών, συνολικού προϋπολογισμού 400 εκατομμυρίων ευρώ. Το πρόγραμμα θα χρηματοδοτηθεί από πόρους του ΕΣΠΑ και βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των διαβουλεύσεων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γεγονός που σημαίνει ότι ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη «κλειδώσει». Παρ’ όλα αυτά, ο βασικός του στόχος είναι σαφής: να επανενταχθούν στην αγορά χιλιάδες παλαιά ακίνητα που σήμερα παραμένουν κλειστά ή υποαξιοποιημένα.
Σε αντίθεση με προηγούμενα σχήματα, το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν θα βασίζεται στη χορήγηση δανείων, αλλά σε άμεσες επιδοτήσεις για εργασίες επισκευής και αναβάθμισης κατοικιών ηλικίας άνω των 35 ετών. Η φιλοσοφία του είναι διπλή: αφενός να διευκολύνει ιδιοκτήτες που δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσουν σε ανακαινίσεις και αφετέρου να αυξήσει το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών είτε για ιδιοκατοίκηση είτε για ενοικίαση.
Η επιδότηση αναμένεται να φτάνει έως και το 80% της συνολικής δαπάνης, με πλαφόν τα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και ανώτατο όριο επιφάνειας τα 120 τετραγωνικά μέτρα ανά κατοικία. Στο πλαίσιο του προγράμματος, η ενεργειακή αναβάθμιση θα αποτελεί υποχρεωτικό στοιχείο, καλύπτοντας έως το 20% του συνολικού κόστους. Το υπόλοιπο ποσό θα μπορεί να αξιοποιηθεί για παρεμβάσεις όπως αντικατάσταση ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, ανακαίνιση κουζίνας και μπάνιου, καθώς και αλλαγή κουφωμάτων.
Παράλληλα, προβλέπεται η θέσπιση εισοδηματικών κριτηρίων αντίστοιχων με εκείνα του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ», προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ενισχύσεις θα κατευθυνθούν σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το ανώτατο ετήσιο εισόδημα θα διαμορφωθεί στις 25.000 ευρώ για άγαμους, στις 35.000 ευρώ για ζευγάρια, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί, ενώ για τις μονογονεϊκές οικογένειες το όριο θα φτάνει τις 39.000 ευρώ, επίσης με αντίστοιχες προσαυξήσεις.
Σημαντική παράμετρος του προγράμματος θα είναι και η υποχρέωση αξιοποίησης των ακινήτων που θα ενταχθούν σε αυτό. Οι κατοικίες είτε θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους είτε να διατεθούν προς ενοικίαση για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο οι επιδοτήσεις να οδηγήσουν απλώς σε αύξηση της αξίας των ακινήτων χωρίς πραγματικό όφελος για την αγορά κατοικίας.
Συνολικά, το νέο πακέτο μέτρων αποτυπώνει την προσπάθεια της κυβέρνησης να διαχειριστεί ένα σύνθετο και διαχρονικό πρόβλημα με στοχευμένες παρεμβάσεις. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς, η αποτελεσματικότητά τους θα κριθεί στην πράξη και κυρίως στο κατά πόσο θα καταφέρουν να αυξήσουν ουσιαστικά την προσφορά προσιτών κατοικιών. Μέχρι τότε, τα μέτρα λειτουργούν περισσότερο ως προσωρινή ανακούφιση, σε μια αγορά που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό έντονη πίεση.


