Σύνταξη το 2025: Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν στο εφάπαξ – Οι μεγάλοι κερδισμένοι, οι απώλειες και το “μυστικό” των επιπλέον ετών εργασίας

Σημαντικές διαφοροποιήσεις στο εφάπαξ φέρνει το 2025 για χιλιάδες ασφαλισμένους που σχεδιάζουν να αποχωρήσουν από την εργασία τους έως τις 31 Δεκεμβρίου. Το τελικό ποσό που θα λάβουν δεν είναι ίδιο για όλους και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το Ταμείο ασφάλισης, τα έτη υπηρεσίας, αλλά και το πότε ξεκίνησε η συνταξιοδότηση. Για ορισμένες κατηγορίες το εφάπαξ αυξάνεται αισθητά, ενώ για άλλες καταγράφονται απώλειες σε σύγκριση με το 2024.

Η βασική αιτία αυτών των διαφορών βρίσκεται στον τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ, όπως αυτός καθορίστηκε από τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος. Από το 2014 και μετά, το ύψος της παροχής δεν παραμένει σταθερό, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης και τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο χρονικό διάστημα εργασίας να αποδίδει διαφορετικό ποσό σε όσους συνταξιοδοτούνται σήμερα, σε σχέση με όσους αποχώρησαν παλαιότερα.

Πώς υπολογίζεται σήμερα το εφάπαξ

Το ισχύον σύστημα χωρίζει τον εργασιακό βίο σε δύο διακριτές περιόδους. Η πρώτη αφορά τα έτη ασφάλισης έως και το 2013. Για αυτή την περίοδο, το εφάπαξ υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές της πενταετίας 2009–2013, από τις οποίες λαμβάνεται το 60%. Πρόκειται για το “παλαιό” κομμάτι του εφάπαξ, που παραμένει σχετικά σταθερό και δεν επηρεάζεται από τις μεταγενέστερες αλλαγές.

Η δεύτερη περίοδος ξεκινά από την 1η Ιανουαρίου 2014 και φτάνει έως την ημερομηνία συνταξιοδότησης. Εδώ, το εφάπαξ δεν βασίζεται σε μισθούς αλλά στην επιστροφή των εισφορών που καταβλήθηκαν, αναπροσαρμοσμένων με βάση τον ετήσιο δείκτη μεταβολής των μισθών. Ο δείκτης αυτός παίζει καθοριστικό ρόλο και μπορεί να οδηγήσει είτε σε ενίσχυση είτε σε μείωση του τελικού ποσού.

Γιατί συμφέρει η παραμονή στην εργασία

Με το νέο πλαίσιο, όσοι παραμένουν περισσότερα χρόνια στην αγορά εργασίας έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν τις απώλειες ή ακόμη και να αυξήσουν το εφάπαξ που θα λάβουν. Κάθε επιπλέον έτος μετά το 2014 προσθέτει εισφορές που επιστρέφονται προσαυξημένες, γεγονός που λειτουργεί ως “αντίβαρο” στις μειώσεις του παλαιού συστήματος. Εξαίρεση αποτελούν μόνο ορισμένες ειδικές κατηγορίες, όπως οι στρατιωτικοί, για τους οποίους ισχύουν διαφορετικοί κανόνες.

Τα ποσά του εφάπαξ το 2025 – Ποιοι βλέπουν αύξηση

Οι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου συγκαταλέγονται στους ωφελημένους, με το μέσο εφάπαξ να φτάνει τα 22.723 ευρώ, παρουσιάζοντας μικρή αλλά σταθερή άνοδο σε σχέση με πέρυσι. Αντίθετα, οι δημοτικοί υπάλληλοι βλέπουν μείωση, καθώς το ποσό περιορίζεται στα 21.193 ευρώ από 22.029 ευρώ το 2024.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η αύξηση για τα Σώματα Ασφαλείας, όπου το εφάπαξ εκτοξεύεται στα 24.414 ευρώ, από μόλις 18.712 ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Ανοδική πορεία καταγράφουν και οι εκπαιδευτικοί, με το ποσό να διαμορφώνεται στα 24.446 ευρώ, ενισχυμένο αισθητά σε σύγκριση με το 2024.

Στους κερδισμένους συγκαταλέγεται και το προσωπικό των νοσοκομείων, που βλέπει το εφάπαξ να αυξάνεται στα 26.603 ευρώ, καθώς και οι αυτοαπασχολούμενοι, για τους οποίους το ποσό ανέρχεται πλέον στα 24.667 ευρώ.

Οι μεγάλοι χαμένοι και οι εκπλήξεις

Στον αντίποδα, σημαντικές απώλειες καταγράφονται σε ορισμένα ειδικά μισθολόγια, όπου το εφάπαξ μειώνεται αισθητά, πέφτοντας στα 39.275 ευρώ από 41.984 ευρώ. Ακόμη πιο έντονη είναι η μείωση στους γιατρούς, οι οποίοι λαμβάνουν μόλις 2.414 ευρώ, έναντι 3.543 ευρώ το 2024, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό.

Οι μηχανικοί, από την άλλη, εμφανίζουν μικρή αύξηση, με το εφάπαξ να φτάνει τα 10.141 ευρώ, ενώ οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι βλέπουν βελτίωση στα ποσά που δικαιούνται, ξεπερνώντας τις 17.000 και 28.000 ευρώ αντίστοιχα.

Τι πρέπει να προσέξουν οι υποψήφιοι συνταξιούχοι

Το συμπέρασμα είναι σαφές: το εφάπαξ το 2025 δεν είναι ίδιο για όλους και απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό. Η επιλογή του χρόνου συνταξιοδότησης, τα επιπλέον έτη εργασίας και η κατηγορία ασφάλισης μπορούν να κάνουν διαφορά χιλιάδων ευρώ. Για πολλούς ασφαλισμένους, η παραμονή στην εργασία για λίγο ακόμη δεν αποτελεί απλώς ανάγκη, αλλά επένδυση που αποδίδει στο τέλος του εργασιακού βίου.