Σύνταξη το 2026: Αυξήσεις «ψίχουλα», χάσμα 46% με το Δημόσιο και μια γενιά που δεν θα πάρει ποτέ πλήρη σύνταξη

Η εικόνα που διαμορφώνεται για τους συνταξιούχους το 2026 δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Παρά την ονομαστική αύξηση 2,4% που εφαρμόστηκε από τον Ιανουάριο, η πραγματική βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημα παραμένει οριακή. Για τη μεγάλη πλειονότητα, η καθημερινότητα εξακολουθεί να κινείται στα όρια της οικονομικής αντοχής.

Η συγκεκριμένη αναπροσαρμογή μεταφράστηκε σε μέση ενίσχυση περίπου 18 ευρώ τον μήνα. Πρόκειται για ποσό που, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους διαβίωσης, δύσκολα μπορεί να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες, όπως ενέργεια, τρόφιμα και φάρμακα. Η συζήτηση για «αυξήσεις» αποκτά έτσι περισσότερο λογιστικό παρά ουσιαστικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα του πληροφοριακού συστήματος «Ήλιος» της ΗΔΙΚΑ, η μέση κύρια σύνταξη για σχεδόν δύο εκατομμύρια δικαιούχους διαμορφώθηκε στα 865,58 ευρώ μεικτά, έναντι 847 ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Ακόμη κι έτσι, το ποσό παραμένει χαμηλότερο από τον κατώτατο μισθό, γεγονός που αποτυπώνει τη διαχρονική συμπίεση των συνταξιοδοτικών παροχών.

Οι αριθμοί που αποκαλύπτουν την πίεση

Μια πιο προσεκτική ανάγνωση των στοιχείων δείχνει το βάθος του προβλήματος. Πάνω από μισό εκατομμύριο συνταξιούχοι λαμβάνουν έως 700 ευρώ μεικτά μηνιαίως. Σχεδόν οι μισοί κινούνται κάτω από το όριο των 1.000 ευρώ, ενώ το 75% δεν ξεπερνά τα 1.500 ευρώ μεικτά. Σε καθαρούς όρους, τα ποσά αυτά περιορίζονται ακόμη περισσότερο, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μερική μείωση της λεγόμενης «προσωπικής διαφοράς» δεν συνιστά ουσιαστική ενίσχυση. Πρόκειται περισσότερο για τεχνική διόρθωση ανισορροπιών του παρελθόντος, παρά για πραγματική αναβάθμιση του εισοδήματος.

Το ρήγμα μεταξύ ιδιωτικού και Δημοσίου βαθαίνει

Αν υπάρχει ένα στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, αυτό είναι η απόσταση που χωρίζει πλέον τις συντάξεις ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Αντί να περιορίζεται, η διαφορά διευρύνεται.

Τον Ιανουάριο, η μέση συνταξιοδοτική δαπάνη στον ιδιωτικό τομέα ανήλθε στα 789 ευρώ. Αντίθετα, στο Δημόσιο έφτασε τα 1.468 ευρώ. Η απόκλιση αγγίζει περίπου το 46%, ποσοστό που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί σε μια χώρα που επικαλείται την αρχή της ισότητας των πολιτών.

Τα στοιχεία που παρουσίασε η ΕΝΥΠΕΚ καταγράφουν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025 το χάσμα αυξανόταν σταθερά. Από 37% στις αρχές του έτους, η διαφορά εκτινάχθηκε στο 44% και συνέχισε ανοδικά. Η τάση δεν είναι συγκυριακή· αποτυπώνει βαθύτερες δομικές ανισότητες στο σύστημα υπολογισμού και στις εργασιακές συνθήκες που προηγήθηκαν της συνταξιοδότησης.

Γιατί οι νέες συντάξεις είναι χαμηλότερες

Οι μειωμένες αποδοχές των νεότερων συνταξιούχων δεν αποτελούν τυχαίο φαινόμενο. Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα μιας δεκαετίας και πλέον περιοριστικών πολιτικών και μεταβολών στην αγορά εργασίας.

Η παρατεταμένη περίοδος μισθολογικού παγώματος από το 2012 έως το 2023 επηρέασε καθοριστικά τη βάση υπολογισμού των συντάξεων. Παράλληλα, η κατάργηση επιδομάτων και η μη χορήγηση οικογενειακών παροχών σε νεοεισερχόμενους εργαζόμενους μετά το 2012 συρρίκνωσαν τις ασφαλιστέες αποδοχές.

Επιπλέον, η υποχώρηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας —που σήμερα καλύπτουν περίπου το 20% των μισθωτών— συνέβαλε στη γενικευμένη πίεση των μισθών. Η εφαρμογή πιο περιοριστικών πρακτικών στη διαιτησία από τον ΟΜΕΔ ενίσχυσε την τάση αυτή.

Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και η επιλογή χαμηλότερων ασφαλιστικών κατηγοριών από ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, προκειμένου να μειώσουν το τρέχον κόστος εισφορών. Η στρατηγική αυτή, αν και βραχυπρόθεσμα ανακουφιστική, οδηγεί σε χαμηλότερες ανταποδοτικές παροχές στο τέλος του εργασιακού βίου.

Ο τρόπος υπολογισμού και η «ρήτρα Κατρούγκαλου»

Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει και ο μηχανισμός υπολογισμού της σύνταξης βάσει του μέσου όρου αποδοχών σε όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου — η λεγόμενη «ρήτρα Κατρούγκαλου», από τον Αλέξης Μητρόπουλος που έχει ασκήσει δημόσια κριτική στο σύστημα.

Όταν τα τελευταία έτη εργασίας χαρακτηρίζονται από μειωμένες αποδοχές, ανεργία ή ευέλικτες μορφές απασχόλησης, ο μέσος όρος συμπιέζεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερη ανταποδοτική σύνταξη, ακόμη και για ασφαλισμένους με μακρά εργασιακή διαδρομή.

Η αρχή της ισότητας, σύμφωνα με την κριτική που διατυπώνεται, δοκιμάζεται όταν ομοειδείς κατηγορίες πολιτών —με παρόμοια χρόνια ασφάλισης— λαμβάνουν αισθητά διαφορετικές παροχές, ανάλογα με τον τομέα απασχόλησης.

Ένα μέλλον με αυστηρότερες προϋποθέσεις

Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στο ύψος της σύνταξης. Αφορούν πλέον και τη θεμελίωση του ίδιου του δικαιώματος. Η απαίτηση για τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης και η συμπλήρωση του 67ου έτους ηλικίας συνιστούν όριο που δεν είναι αυτονόητο ότι θα επιτευχθεί από όλους.

Σε μια αγορά εργασίας με διακεκομμένες σταδιοδρομίες, επισφαλή απασχόληση και υψηλά ποσοστά μερικής εργασίας, η συγκέντρωση του ελάχιστου χρόνου ασφάλισης καθίσταται ολοένα δυσκολότερη. Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι γυναίκες, οι οποίες στο παρελθόν αξιοποιούσαν ειδικές ρυθμίσεις πρόωρης συνταξιοδότησης για να εξισορροπήσουν επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις. Με την κατάργηση αυτών των επιλογών, η μετάβαση στη σύνταξη γίνεται πιο απαιτητική και πιο αβέβαιη.

Το κρίσιμο ερώτημα

Η τρέχουσα συγκυρία θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί ένα σύστημα να θεωρείται βιώσιμο όταν διατηρεί χαμηλές παροχές για τη μεγάλη πλειονότητα και παράλληλα διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ τομέων;

Οι αριθμοί δείχνουν ότι οι αυξήσεις, όσο κι αν προβάλλονται, δεν επαρκούν για να ανατρέψουν τη γενικευμένη αίσθηση οικονομικής ασφυξίας. Και όσο το χάσμα μεταξύ ιδιωτικού και Δημοσίου μεγαλώνει, τόσο εντείνεται η συζήτηση για τη δικαιοσύνη και τη μακροπρόθεσμη ισορροπία του ασφαλιστικού συστήματος.

Το 2026, λοιπόν, δεν σηματοδοτεί μια περίοδο ανάκαμψης για τους συνταξιούχους. Αντιθέτως, αναδεικνύει με μεγαλύτερη καθαρότητα τις ρωγμές ενός συστήματος που καλείται να απαντήσει σε πιεστικά κοινωνικά και δημοσιονομικά διλήμματα.