Σε μια περίοδο όπου οι καταναλωτές παρακολουθούν με αγωνία κάθε μεταβολή στο κόστος της ενέργειας, ο Ιανουάριος φέρνει μια μάλλον απρόσμενη εξέλιξη: τα πράσινα τιμολόγια ρεύματος δείχνουν σημάδια σταθερότητας, αποφεύγοντας τις απότομες αυξήσεις που πολλοί φοβούνταν ενόψει χειμώνα.
Η συνολική εικόνα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας χαρακτηρίζεται από συγκράτηση. Παρά το γεγονός ότι η χονδρεμπορική αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί υπό πίεση, οι περισσότεροι προμηθευτές επέλεξαν μια πιο «ήπια» στρατηγική, διατηρώντας τις τιμές τους είτε αμετάβλητες είτε με πολύ περιορισμένες αναπροσαρμογές.
Σταθερότητα αντί για σοκ στις χρεώσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις επίσημες ανακοινώσεις των εταιρειών προμήθειας ρεύματος, η πλειονότητα των πράσινων οικιακών τιμολογίων παρέμεινε στα ίδια επίπεδα με τον προηγούμενο μήνα. Εκεί όπου καταγράφηκαν αυξήσεις, αυτές κινήθηκαν σε χαμηλά μονοψήφια ποσοστά, χωρίς να ξεπερνούν το 3%.
Οι τελικές τιμές για τον Ιανουάριο διαμορφώνονται σε ένα εύρος από περίπου 14 έως 25 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τόσο το χαμηλότερο όσο και το υψηλότερο τιμολόγιο της αγοράς δεν παρουσίασαν ουσιαστική μεταβολή σε σχέση με τον Δεκέμβριο, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα «παγώματος» των χρεώσεων.
Τι δείχνει ο μέσος όρος της αγοράς
Σε επίπεδο μέσης τιμής, τα πράσινα τιμολόγια κινούνται κοντά στα 18,7 λεπτά/kWh, παρουσιάζοντας μια πολύ μικρή αύξηση σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. Η μεταβολή αυτή –περίπου 2%– θεωρείται από παράγοντες της αγοράς απολύτως ελεγχόμενη και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά αιφνιδιασμό για τα νοικοκυριά.
Η συγκρατημένη αυτή εξέλιξη αποδίδεται, μεταξύ άλλων, και στην περιορισμένη άνοδο της χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας. Τον Δεκέμβριο, η μέση τιμή στη χονδρική ανήλθε περίπου στα 110 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας μικρή αύξηση σε σχέση με τον Νοέμβριο. Η ήπια αυτή άνοδος φαίνεται πως επέτρεψε στους παρόχους να απορροφήσουν μέρος του κόστους, χωρίς να το μετακυλήσουν πλήρως στους καταναλωτές.
Στρατηγική «ηρεμίας» από τους παρόχους
Στελέχη του ενεργειακού κλάδου εκτιμούν ότι η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Ιανουάριος αποτελεί μήνα αυξημένων ενεργειακών αναγκών, λόγω χαμηλών θερμοκρασιών και μεγαλύτερης κατανάλωσης στα νοικοκυριά. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προμηθευτές φαίνεται πως επιδιώκουν να διατηρήσουν ένα κλίμα προβλεψιμότητας, αποφεύγοντας έντονες διακυμάνσεις που θα προκαλούσαν κοινωνική και πολιτική πίεση.
Παράλληλα, η σταθερότητα στις τιμές λειτουργεί και ως εργαλείο ανταγωνισμού. Σε μια αγορά όπου οι καταναλωτές έχουν πλέον μεγαλύτερη ενημέρωση και δυνατότητα σύγκρισης, οι απότομες αυξήσεις μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια πελατών.
Πώς διαμορφώνονται τα τιμολόγια των βασικών παικτών
Η εικόνα της σταθερότητας επιβεβαιώνεται και από τις επιμέρους χρεώσεις των μεγάλων προμηθευτών:
Η ΔΕΗ διατηρεί το πράσινο οικιακό τιμολόγιο Γ1 στα ίδια επίπεδα, με επιπλέον όφελος για τους συνεπείς καταναλωτές μέσω έκπτωσης.
Η Protergia συνεχίζει χωρίς αλλαγές στο ειδικό πράσινο πρόγραμμα για τα νοικοκυριά.
Ο ΗΡΩΝ κρατά σταθερό το βασικό του τιμολόγιο για τέταρτο συνεχόμενο μήνα.
Το Φυσικό Αέριο δεν προχώρησε σε αναπροσαρμογές στο οικιακό του πρόγραμμα.
Η Volton κατέγραψε μόνο μια οριακή αύξηση.
Η ZeniΘ παραμένει στο ανώτερο εύρος τιμών, χωρίς όμως ουσιαστική διαφοροποίηση από τον προηγούμενο μήνα.
Τι σημαίνει αυτό για τα νοικοκυριά
Για τους καταναλωτές, ο Ιανουάριος εξελίσσεται –τουλάχιστον προς το παρόν– σε έναν μήνα χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις στους λογαριασμούς ρεύματος. Αν και οι τιμές παραμένουν υψηλές σε απόλυτα μεγέθη, η απουσία απότομων αυξήσεων προσφέρει μια ανάσα στα οικογενειακά budgets.
Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Η πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς, οι καιρικές συνθήκες και οι διεθνείς εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα θα συνεχίσουν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στους επόμενους μήνες.
Συμπέρασμα
Ο Ιανουάριος βρίσκει τα πράσινα τιμολόγια ρεύματος σε μια φάση «άμυνας» και ελεγχόμενων κινήσεων. Η αγορά δείχνει διάθεση σταθεροποίησης, προσφέροντας προσωρινή ανακούφιση στους καταναλωτές, χωρίς όμως να εξαλείφει την αβεβαιότητα για το τι θα ακολουθήσει μέσα στο 2026.



