Σφοδρές αντιδράσεις προκαλεί το κυβερνητικό σχέδιο για τη δημιουργία «πιστοποιητικού φερεγγυότητας ενοικιαστών», με την Ένωση Ενοικιαστ(ρι)ών Θεσσαλονίκης να περνά στην αντεπίθεση. Η συλλογικότητα ανακοίνωσε ότι προσέφυγε επίσημα στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ζητώντας να εξεταστεί η νομιμότητα και η συμβατότητα του μέτρου με το υφιστάμενο πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Το υπό διαμόρφωση σύστημα, το οποίο σύμφωνα με κυβερνητικές εξαγγελίες αναμένεται να ενεργοποιηθεί εντός του 2026, προβλέπει τη δημιουργία ενός ενιαίου οικονομικού προφίλ για κάθε υποψήφιο ενοικιαστή. Το προφίλ αυτό θα αντλεί πληροφορίες από φορολογικά, ασφαλιστικά και τραπεζικά δεδομένα, καθώς και από στοιχεία οφειλών προς παρόχους κοινής ωφέλειας και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Στην πράξη, πριν από την υπογραφή μισθωτηρίου συμβολαίου, ο ιδιοκτήτης θα μπορεί να ζητά το συγκεκριμένο πιστοποιητικό, το οποίο θα λειτουργεί ως ένδειξη «πιστοληπτικής αξιοπιστίας».
Ένα «οικονομικό σκορ» για την πρόσβαση στη στέγη
Η βασική κριτική που διατυπώνεται αφορά το γεγονός ότι η πρόσβαση σε κατοικία ενδέχεται να εξαρτηθεί από ένα συνολικό credit profile. Με άλλα λόγια, το αν κάποιος θα μπορέσει να νοικιάσει σπίτι μπορεί να κρίνεται από το ύψος ή τη ρύθμιση των οφειλών του, ακόμη και αν αυτές δεν σχετίζονται άμεσα με προηγούμενες μισθώσεις.
Κατά την Ένωση, το μέτρο μετατοπίζει το βάρος της στεγαστικής πολιτικής από την κατοχύρωση του δικαιώματος στη στέγη σε έναν μηχανισμό αξιολόγησης χρέους. Σε μια συγκυρία όπου μεγάλο μέρος των νοικοκυριών αντιμετωπίζει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και περιορισμένη αγοραστική δύναμη, η εφαρμογή ενός τέτοιου φίλτρου εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά – ιδίως για τα πιο ευάλωτα στρώματα.
Η οργάνωση κάνει λόγο για κίνδυνο θεσμοθέτησης ενός άτυπου «στεγαστικού αποκλεισμού», όπου το εισόδημα και οι οικονομικές εκκρεμότητες μετατρέπονται σε κριτήριο πρόσβασης σε βασικό κοινωνικό αγαθό.
Ζητήματα GDPR και νομιμότητας επεξεργασίας
Στην προσφυγή προς την αρμόδια ανεξάρτητη αρχή, τίθενται καίρια νομικά ζητήματα σε σχέση με τον General Data Protection Regulation (GDPR). Η Ένωση επισημαίνει ότι η διασύνδεση δεδομένων από πολλαπλές πηγές – φορολογικές αρχές, ασφαλιστικούς φορείς, τραπεζικά ιδρύματα – για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο συλλέχθηκαν αρχικά, ενδέχεται να παραβιάζει την αρχή του περιορισμού του σκοπού (purpose limitation).
Παράλληλα, εγείρεται ζήτημα αναλογικότητας και ελαχιστοποίησης δεδομένων. Η οριζόντια άντληση εκτεταμένων οικονομικών στοιχείων, προκειμένου να εξαχθεί ένα συνολικό «σκορ φερεγγυότητας», μπορεί να υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο μέτρο για τη σύναψη μιας ιδιωτικής μίσθωσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο θέμα της συγκατάθεσης. Εφόσον το πιστοποιητικό καταστεί ουσιαστικά προαπαιτούμενο για την ενοικίαση, η αποδοχή επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη με την έννοια που απαιτεί το ευρωπαϊκό δίκαιο. Όταν η άρνηση συνεπάγεται πρακτικά αποκλεισμό από την αγορά κατοικίας, η έννοια της «εθελοντικής συναίνεσης» τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Profiling και αυτοματοποιημένες αποφάσεις
Ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο προβληματισμού αφορά τη διαδικασία κατάταξης των πολιτών σε κατηγορίες κινδύνου. Η δημιουργία βαθμολογίας που επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα σύναψης μισθωτικής σχέσης συνιστά μορφή profiling. Αν η αξιολόγηση πραγματοποιείται μέσω αλγοριθμικών μοντέλων ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, τότε ενεργοποιούνται πρόσθετες υποχρεώσεις διαφάνειας, επεξηγησιμότητας και λογοδοσίας.
Η Ένωση υπογραμμίζει τον κίνδυνο αδιαφανών κριτηρίων και πιθανών διακρίσεων. Η ποιότητα και η επικαιρότητα των δεδομένων, η δυνατότητα αμφισβήτησης ενός αρνητικού σκορ και η ύπαρξη ανθρώπινης παρέμβασης στη λήψη απόφασης αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για τη νομιμότητα του συστήματος.
Χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, προειδοποιεί, ενδέχεται να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός μαζικής κατηγοριοποίησης, όπου χιλιάδες πολίτες θα αποκλείονται σιωπηρά από την αγορά ενοικίων.
Η ελληνική στεγαστική ιδιαιτερότητα
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο προωθείται το μέτρο καθιστά, κατά τους επικριτές του, τις επιπτώσεις ακόμη πιο έντονες. Σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη που διαθέτουν ανεπτυγμένα συστήματα κοινωνικής κατοικίας ή θεσμοθετημένα όρια στις αυξήσεις ενοικίων, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από περιορισμένο δημόσιο απόθεμα στέγης και ελάχιστους μηχανισμούς ρύθμισης της αγοράς.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εισαγωγή ενός κρατικά οργανωμένου πιστοποιητικού φερεγγυότητας εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ των εκμισθωτών και θα συρρικνώσει περαιτέρω τις επιλογές όσων αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
Τι ζητά η Ένωση
Με την καταγγελία της, η Ένωση καλεί την Αρχή Προστασίας Δεδομένων να ασκήσει αυστηρή εποπτεία κατά τον σχεδιασμό του μέτρου. Ζητά ενημέρωση για το αν έχει ζητηθεί η προβλεπόμενη γνωμοδότηση στο πλαίσιο Εκτίμησης Αντικτύπου (DPIA), καθώς και διενέργεια ειδικής αξιολόγησης για τη χρήση αλγοριθμικών συστημάτων.
Παράλληλα, προτείνει τη θέσπιση σαφών θεσμικών φραγμών, ώστε να αποτραπεί η δημιουργία ενός ενιαίου, προσβάσιμου σε ιδιώτες «φακέλου χρέους», ο οποίος θα μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο αποκλεισμού.
Το βασικό μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η προστασία των ιδιοκτητών δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε ένα καθεστώς γενικευμένης οικονομικής επιτήρησης. Η κατοικία, επισημαίνεται, δεν μπορεί να μετατραπεί σε προνόμιο όσων πληρούν ένα αριθμητικό κριτήριο. Αντιθέτως, αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα που οφείλει να διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις.



