Η φορολογία στην Ελλάδα ετοιμάζεται να περάσει σε μια εντελώς νέα εποχή, με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων να σχεδιάζει μια ριζική αλλαγή στον τρόπο είσπραξης του ΦΠΑ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αυτόματη απόδοση μέρους του φόρου στο Δημόσιο τη στιγμή της συναλλαγής, χωρίς να μεσολαβεί η επιχείρηση. Πρόκειται για ένα μέτρο που, αν εφαρμοστεί πλήρως, θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά, επηρεάζοντας άμεσα τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και τη ρευστότητα χιλιάδων επαγγελματιών.
Πώς θα λειτουργεί το νέο σύστημα στην πράξη
Η βασική λογική είναι απλή αλλά καθοριστική: κάθε φορά που ένας καταναλωτής πληρώνει ηλεκτρονικά μέσω POS, ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας δεν θα «περνά» ολόκληρος από τα ταμεία της επιχείρησης. Ένα μέρος του θα κατευθύνεται αυτόματα στο κράτος, σε πραγματικό χρόνο, ενώ το υπόλοιπο θα λαμβάνεται υπόψη για συμψηφισμό με τον ΦΠΑ που έχει ήδη καταβάλει ο επαγγελματίας για αγορές και έξοδα.
Με άλλα λόγια, το Δημόσιο θα εισπράττει ένα προκαθορισμένο κομμάτι του φόρου τη στιγμή της πληρωμής, μειώνοντας δραστικά τον κίνδυνο καθυστερήσεων ή μη απόδοσης. Για παράδειγμα, σε έναν ΦΠΑ ύψους 100 ευρώ, το κράτος θα μπορούσε να εισπράττει άμεσα 30 ή 50 ευρώ, ανάλογα με το μοντέλο που τελικά θα επιλεγεί.
Τα δύο μοντέλα που βρίσκονται στο τραπέζι
Η ΑΑΔΕ επεξεργάζεται δύο βασικές εκδοχές για την εφαρμογή του μέτρου.
Η πρώτη προβλέπει ένα ενιαίο, σταθερό ποσοστό αυτόματης απόδοσης ΦΠΑ για όλες τις επιχειρήσεις. Σε αυτό το σενάριο, κάθε συναλλαγή θα «κρατά» υπέρ του Δημοσίου το ίδιο ποσοστό φόρου, ανεξαρτήτως μεγέθους, κλάδου ή ιστορικού φορολογικής συνέπειας. Το πλεονέκτημα είναι η απλότητα και η εύκολη τεχνική υλοποίηση.
Η δεύτερη εκδοχή είναι πιο σύνθετη αλλά και πιο στοχευμένη. Το ποσοστό που θα αποδίδεται αυτόματα θα διαμορφώνεται ξεχωριστά για κάθε επιχείρηση, λαμβάνοντας υπόψη τον ετήσιο κύκλο εργασιών και το ιστορικό συμμόρφωσης στην απόδοση ΦΠΑ. Έτσι, επιχειρήσεις με καλή φορολογική εικόνα ενδέχεται να επιβαρύνονται λιγότερο, ενώ όσες εμφανίζουν συστηματικές καθυστερήσεις θα αντιμετωπίζουν υψηλότερο ποσοστό άμεσης παρακράτησης.
Γιατί το κράτος «ποντάρει» στο νέο σύστημα
Από τη σκοπιά του Δημοσίου, τα οφέλη θεωρούνται πολλαπλά. Πρώτον, διασφαλίζεται μια σταθερή και προβλέψιμη ροή εσόδων. Δεύτερον, περιορίζεται δραστικά το φαινόμενο των ληξιπρόθεσμων οφειλών, που αποτελούν διαχρονικό πρόβλημα για τα δημόσια ταμεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των πραγματικών ληξιπρόθεσμων χρεών –δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ– αφορά ΦΠΑ που εισπράχθηκε αλλά δεν αποδόθηκε ποτέ.
Παράλληλα, το μέτρο ενισχύει τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας σε πραγματικό χρόνο, μειώνοντας τα περιθώρια φοροδιαφυγής, ιδιαίτερα σε κλάδους με υψηλή χρήση μετρητών στο παρελθόν.
Η άλλη όψη: τι σημαίνει για τις επιχειρήσεις
Για τον επιχειρηματικό κόσμο, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ο ΦΠΑ, αν και θεωρητικά δεν αποτελεί έσοδο της επιχείρησης, λειτουργούσε στην πράξη ως προσωρινό κεφάλαιο κίνησης μέχρι την ώρα της απόδοσής του. Με την αυτόματη είσπραξη, αυτό το «μαξιλάρι» εξαφανίζεται.
Ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, η αλλαγή αυτή μπορεί να δημιουργήσει πιέσεις στη ρευστότητα, ειδικά σε περιόδους χαμηλού τζίρου ή αυξημένων υποχρεώσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρόσφατη μετάβαση στη μηνιαία καταβολή ΦΠΑ ανέδειξε τις δυσκολίες προσαρμογής πολλών επαγγελματιών.
Τι χρειάζεται για να εφαρμοστεί
Η υλοποίηση του σχεδίου απαιτεί σημαντικές τεχνικές προσαρμογές. Τα συστήματα πληρωμών πρέπει να αναβαθμιστούν, τα POS και οι ταμειακές μηχανές να «μιλούν» απευθείας με τα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ και όλα να λειτουργούν σε πραγματικό χρόνο. Σύμφωνα με τη φορολογική διοίκηση, οι νέας γενιάς ταμειακές μηχανές είναι ήδη έτοιμες, ενώ η πιλοτική εφαρμογή αναμένεται να ξεκινήσει από επαγγελματίες παροχής υπηρεσιών.
Ένα ακόμη βήμα στον ψηφιακό μετασχηματισμό
Η αυτόματη είσπραξη ΦΠΑ δεν αποτελεί μεμονωμένο μέτρο. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα ψηφιακών παρεμβάσεων που περιλαμβάνει ελέγχους σε πραγματικό χρόνο, αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση κινδύνου και ταχύτερες επιστροφές φόρων.
Το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση είναι να πετύχει τη σωστή ισορροπία: να ενισχύσει τη φορολογική συμμόρφωση και τα δημόσια έσοδα, χωρίς να «στραγγαλίσει» τη ρευστότητα της αγοράς. Ένα είναι βέβαιο: αν το σχέδιο προχωρήσει, ο ΦΠΑ δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος για επιχειρήσεις και κράτος.


