Το χαράτσι-φάντασμα του 1938: Γιατί πληρώνουμε ακόμα φόρους για λεφτά που δεν έχουμε;

Αν υπάρχει ένας φόρος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «παράλογος», «άδικος» και «παρωχημένος», αυτός δεν είναι άλλος από την προκαταβολή φόρου. Ένα μέτρο που γεννήθηκε πριν από σχεδόν έναν αιώνα, παρουσιάστηκε ως προσωρινή λύση σε μια εποχή δικτατορίας και, αντί να καταργηθεί, ρίζωσε τόσο βαθιά ώστε σήμερα να θεωρείται αυτονόητο. Κι όμως, το ερώτημα παραμένει: πώς γίνεται το 2025 να εξακολουθούμε να πληρώνουμε φόρο για εισοδήματα που… δεν έχουμε καν αποκτήσει;


Τι είναι η προκαταβολή φόρου

Στην πράξη, η προκαταβολή φόρου δεν είναι τίποτα άλλο από μια υποχρέωση των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιχειρήσεων να πληρώνουν εκ των προτέρων φόρο για τα έσοδα της επόμενης χρονιάς. Με βάση τα κέρδη του προηγούμενου έτους, το κράτος υπολογίζει πόσο θα «πρέπει» να καταβάλει ο φορολογούμενος και απαιτεί το ποσό προκαταβολικά. Δηλαδή, το κράτος φορολογεί όχι το πραγματικό εισόδημα, αλλά μια υπόθεση για το τι θα συμβεί στο μέλλον.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας λογιστής, ένας μηχανικός ή μια μικρή επιχείρηση καλούνται να βάλουν το χέρι βαθιά στην τσέπη πριν δουν το παραμικρό έσοδο στον λογαριασμό τους. Τα κεφάλαια που θα μπορούσαν να επενδύσουν σε εξοπλισμό, μάρκετινγκ, μισθοδοσία ή ακόμα και στην ίδια την επιβίωσή τους, καταλήγουν κατευθείαν στα δημόσια ταμεία.


Από πού ξεκίνησε το μέτρο

Η ρίζα του προβλήματος πάει πολύ πίσω. Το 1938, ο Ιωάννης Μεταξάς με τον αναγκαστικό νόμο 1075/1938, καθιέρωσε την προκαταβολή φόρου ως «έκτακτο» μέτρο για να ενισχύσει τα κρατικά έσοδα. Η Ελλάδα βρισκόταν τότε σε μια περίοδο εντάσεων και προετοιμασίας για δύσκολες μέρες. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η κυβέρνηση αποφάσισε να βρει την εύκολη λύση: να αντλήσει χρήματα από τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις, προτού αυτά τα χρήματα καν παραχθούν.

Η ιστορία μάς δείχνει ότι «τίποτα δεν είναι πιο μόνιμο από το προσωρινό». Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήρθε και έφυγε, η χώρα πέρασε Κατοχή, εμφύλιο, δικτατορίες και μνημόνια, όμως η προκαταβολή φόρου δεν έφυγε ποτέ. Μάλιστα, αντί να χαλαρώσει, επεκτάθηκε: από τις μεγάλες εταιρείες έφτασε στους ελεύθερους επαγγελματίες τη δεκαετία του ’90, ενώ στα μνημονιακά χρόνια εκτοξεύθηκε στο 100%. Ένα εργαλείο που σχεδιάστηκε για «έκτακτη ανάγκη» μετατράπηκε σε κανονικότητα.


Γιατί είναι άδικη η προκαταβολή φόρου

Ο βασικός λόγος που η προκαταβολή θεωρείται άδικη είναι απλός: φορολογεί χρήματα που δεν έχουν κερδηθεί. Στην ουσία, το κράτος ζητά από τους πολίτες να πληρώσουν για μια εικασία. Αν η χρονιά πάει καλά, ίσως το ποσό να δικαιολογηθεί. Αν όμως έρθει ύφεση, αν χαθεί ένας μεγάλος πελάτης ή αν πέσουν τα έσοδα, ο επαγγελματίας έχει ήδη πληρώσει για κέρδη που δεν ήρθαν ποτέ.

Αυτό δεν είναι μόνο άδικο· είναι και οικονομικά καταστροφικό. Οι μικρές επιχειρήσεις στερούνται ρευστότητα, οι επαγγελματίες περιορίζονται στις κινήσεις τους και η αγορά χάνει κεφάλαια που θα μπορούσαν να γυρίσουν στην πραγματική οικονομία. Η ίδια η ανάπτυξη στραγγαλίζεται πριν καν ξεκινήσει.


Ένα μέτρο-φαντάσμα που στοιχειώνει τη χώρα

Η προκαταβολή φόρου είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα του πώς η Ελλάδα λειτουργεί σαν να βρίσκεται μόνιμα σε καθεστώς κρίσης. Ενώ σε άλλες χώρες τέτοιου είδους μέτρα εμφανίζονται μόνο σε περιόδους πολέμου ή μεγάλης οικονομικής κατάρρευσης, στην Ελλάδα έγινε καθεστώς. Οι κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από πολιτικό χρώμα, διατήρησαν τον φόρο γιατί τους παρείχε μια εύκολη και σίγουρη πηγή εσόδων.

Το αποτέλεσμα; Οι επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες κουβαλούν στις πλάτες τους ένα βάρος που ξεκίνησε από έναν δικτάτορα του ’30 και συνεχίζει ακάθεκτο στο 2025. Ένα μόνιμο χαράτσι που λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη και αποθαρρύνει την επιχειρηματικότητα.


Προς μια δίκαιη φορολογία

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η προκαταβολή φόρου είναι άδικη· αυτό είναι δεδομένο. Το ζήτημα είναι γιατί συνεχίζει να υπάρχει. Αντί το κράτος να επενδύσει σε μηχανισμούς δίκαιης και αποτελεσματικής φορολόγησης, προτιμά να διατηρεί ένα «εύκολο» αλλά αναχρονιστικό μέτρο. Κι έτσι, το βάρος πέφτει μονίμως στους ώμους όσων προσπαθούν να δημιουργήσουν, να επενδύσουν και να παράγουν.

Η κατάργηση ή έστω η ριζική αναθεώρησή του δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιοσύνης· είναι και ζήτημα επιβίωσης για χιλιάδες επαγγελματίες. Γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί όταν οι δημιουργικές της δυνάμεις ξεκινούν κάθε χρόνο με… αρνητικό πρόσημο.


Η προκαταβολή φόρου είναι το απόλυτο παράδειγμα του πώς ένα προσωρινό μέτρο μπορεί να εξελιχθεί σε μόνιμο εφιάλτη. Και όσο δεν ανοίγει σοβαρά η συζήτηση για την κατάργηση ή αντικατάστασή του, η Ελλάδα θα συνεχίζει να πληρώνει –όχι μόνο σε ευρώ, αλλά και σε χαμένες ευκαιρίες.