Το ελληνικό ελαιόλαδο στο μικροσκόπιο της Ευρώπης: Τι δεν θέλουν να ξέρετε για τους ελέγχους ποιότητας

Το ελαιόλαδο αποτελεί έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους πυλώνες της ελληνικής αγροτικής παραγωγής και της εθνικής ταυτότητας. Ωστόσο, μια πρόσφατη Ειδική Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου έρχεται να ταράξει τα νερά, αποκαλύπτοντας σοβαρές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα εφαρμόζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχων για την ποιότητα, την ασφάλεια και τη γνησιότητα του προϊόντος.

Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ένα από τα αυστηρότερα και πιο ολοκληρωμένα νομικά συστήματα ελέγχου για το ελαιόλαδο διεθνώς, η έκθεση καταδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητα αυτού του πλαισίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο. Και σε αυτό το σημείο, η Ελλάδα εμφανίζεται να υστερεί σημαντικά.

Λιγότεροι έλεγχοι από το προβλεπόμενο όριο

Ένα από τα βασικά ευρήματα της έκθεσης αφορά τον αριθμό των ελέγχων συμμόρφωσης που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα μας την περίοδο 2018–2023. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι ελληνικές αρχές διεξήγαγαν σταθερά λιγότερους ελέγχους από το ελάχιστο όριο που απαιτεί η ενωσιακή νομοθεσία, με μοναδική εξαίρεση το έτος 2023. Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο η αγορά εποπτεύεται επαρκώς και αν οι καταναλωτές προστατεύονται αποτελεσματικά.

Οι ίδιες οι αρμόδιες υπηρεσίες αποδίδουν τις ελλείψεις αυτές σε διαχρονικά προβλήματα: χρόνια υποστελέχωση, περιορισμένοι οικονομικοί πόροι και δυσκολία πρόσβασης σε εξειδικευμένες εργαστηριακές δομές. Στην πράξη, οι παράγοντες αυτοί λειτουργούν ανασταλτικά, μειώνοντας την ένταση και τη συχνότητα των ελέγχων.

Κενά στις εργαστηριακές αναλύσεις

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το εύρημα που αφορά τις εργαστηριακές εξετάσεις. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει 15 υποχρεωτικές παραμέτρους που πρέπει να ελέγχονται προκειμένου να καθοριστεί με ακρίβεια η κατηγορία ενός ελαιολάδου. Ωστόσο, στην ελληνική πρακτική, οι αναλύσεις δεν καλύπτουν πάντοτε το σύνολο αυτών των απαιτήσεων.

Το αποτέλεσμα είναι αυξημένος κίνδυνος να περνούν απαρατήρητα προϊόντα που είτε δεν πληρούν τα ποιοτικά κριτήρια είτε εμπλέκονται σε πρακτικές παραπλάνησης, όπως η διάθεση χαμηλότερης κατηγορίας ελαιολάδου ως «εξαιρετικού παρθένου». Έτσι, η αξιοπιστία της αγοράς και η εμπιστοσύνη του καταναλωτή τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Ανεπαρκής ανάλυση κινδύνου

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η έκθεση και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι έλεγχοι βάσει ανάλυσης κινδύνου. Σε χώρες με ισχυρή παρουσία στον κλάδο, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, εφαρμόζονται σύνθετα μοντέλα που λαμβάνουν υπόψη κρίσιμους παράγοντες, όπως ο όγκος παραγωγής, η αξία των προϊόντων και η δυναμική της αγοράς.

Αντίθετα, στην Ελλάδα, η ανάλυση κινδύνου περιγράφεται ως γενική και λιγότερο στοχευμένη. Συχνά δεν συνεκτιμώνται βασικά δεδομένα, ενώ οι έλεγχοι επικεντρώνονται κυρίως στο ελαιόλαδο που παράγεται και διακινείται στην εγχώρια αγορά. Τα εισαγόμενα προϊόντα, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξαγωγή, μένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός ελέγχου, δημιουργώντας ένα σημαντικό κενό στην εποπτεία.

Κυρώσεις χωρίς πραγματικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα

Σημαντικές αδυναμίες εντοπίζονται και στο σύστημα κυρώσεων. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται στην Ελλάδα, σύμφωνα με την έκθεση, δεν συνδέονται με το οικονομικό όφελος που μπορεί να αποκομίσει μια επιχείρηση από την παραπλανητική πώληση ελαιολάδου ανώτερης κατηγορίας. Αυτό σημαίνει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, το ρίσκο της παρανομίας παραμένει οικονομικά συμφέρον.

Παράλληλα, οι διαδικασίες επιβολής ποινών χαρακτηρίζονται από σημαντικές καθυστερήσεις. Η χρονοβόρα φύση τους έχει ως αποτέλεσμα μη συμμορφούμενα προϊόντα να παραμένουν στην αγορά για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν τελικά αποσυρθούν.

Θολό τοπίο στην ανάμειξη ελαιολάδων

Η έκθεση αναδεικνύει επίσης ένα λιγότερο γνωστό αλλά κρίσιμο ζήτημα: την πρακτική της ανάμειξης ελαιολάδων από διαφορετικές περιόδους συγκομιδής. Στην Ελλάδα επιτρέπεται η χρήση της πιο πρόσφατης εσοδείας ως βάση για την αναγραφή της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας. Ωστόσο, απουσιάζουν σαφείς οδηγίες προς τους ελεγκτές για το πώς πρέπει να ελέγχεται αυτή η πρακτική.

Η ασάφεια αυτή, όπως προειδοποιεί το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, ενδέχεται μακροπρόθεσμα να οδηγήσει σε σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας του προϊόντος.

Ένα καμπανάκι για την Ελλάδα

Το συνολικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: παρά τη στρατηγική σημασία του ελαιολάδου για την ελληνική οικονομία, το υφιστάμενο σύστημα ελέγχων δεν εγγυάται πάντοτε την πλήρη προστασία της ποιότητας και της αυθεντικότητάς του. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο καλεί τόσο την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν την εποπτεία, να ξεκαθαρίσουν τους κανόνες και να επενδύσουν σε πιο αποτελεσματικούς ελέγχους, προκειμένου να διασωθεί η φήμη του ευρωπαϊκού – και κυρίως του ελληνικού – ελαιολάδου.