Από σήμερα, 12 Ιανουαρίου 2026, τίθεται σε λειτουργία η ηλεκτρονική πλατφόρμα της ΑΑΔΕ που αφορά μια από τις πιο καθοριστικές –και συχνά παρεξηγημένες– επιλογές για τα έγγαμα ζευγάρια: τη γνωστοποίηση για υποβολή χωριστής φορολογικής δήλωσης. Πρόκειται για μια απόφαση που επηρεάζει άμεσα τον τρόπο φορολόγησης, τα τεκμήρια, τις αποδείξεις και τη συνολική φορολογική εικόνα των συζύγων για το φορολογικό έτος 2025, οι δηλώσεις του οποίου θα υποβληθούν μέσα στο 2026.
Η σχετική «πόρτα» δεν θα παραμείνει ανοιχτή για πάντα. Το χρονικό περιθώριο λήγει τη Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026, καθώς η τυπική προθεσμία της 28ης Φεβρουαρίου φέτος συμπίπτει με Σάββατο. Μετά το πέρας αυτής της ημερομηνίας, το σύστημα «κλειδώνει» και οι φορολογικές δηλώσεις της άνοιξης θα ακολουθήσουν τον δρόμο που έχει ήδη επιλεγεί – είτε αυτός είναι η κοινή είτε η χωριστή υποβολή.
Σημαντικό είναι να γίνει ξεκάθαρο ότι η χωριστή δήλωση δεν ενεργοποιείται αυτόματα. Απαιτείται ρητή ηλεκτρονική γνωστοποίηση μέσω της ειδικής εφαρμογής της ΑΑΔΕ. Αρκεί να την υποβάλει ένας από τους δύο συζύγους, ωστόσο η επιλογή δεσμεύει και τους δύο. Αν δεν πραγματοποιηθεί καμία ενέργεια εντός της προθεσμίας, τότε θεωρείται δεδομένο ότι το ζευγάρι θα προχωρήσει σε κοινή δήλωση για το συγκεκριμένο φορολογικό έτος.
Για όσους είχαν ήδη επιλέξει τη χωριστή υποβολή σε προηγούμενα χρόνια και παραμένουν έγγαμοι, τα πράγματα είναι πιο απλά. Δεν απαιτείται νέα γνωστοποίηση, εκτός αν επιθυμούν να επιστρέψουν στην κοινή δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να μπουν στην πλατφόρμα και να ανακαλέσουν την προηγούμενη επιλογή. Αν μελλοντικά θελήσουν ξανά χωριστή δήλωση, η διαδικασία θα πρέπει να επαναληφθεί εντός της τότε προβλεπόμενης προθεσμίας.
Η είσοδος στην εφαρμογή γίνεται με τους προσωπικούς κωδικούς TAXISnet, είτε από τον ίδιο τον φορολογούμενο είτε μέσω εξουσιοδοτημένου λογιστή ή φοροτεχνικού. Προϋπόθεση για να υλοποιηθεί η χωριστή υποβολή είναι να διαθέτουν και οι δύο σύζυγοι προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης. Χωρίς αυτούς, το σύστημα δεν επιτρέπει τη διαδικασία.
Αλλά τι σημαίνει πρακτικά η χωριστή δήλωση; Η βασική διαφορά εντοπίζεται στα τεκμήρια και στις προϋποθέσεις που συνδέονται με το εισόδημα. Στις χωριστές δηλώσεις, δεν υφίσταται η έννοια του «οικογενειακού εισοδήματος» για την κάλυψη τεκμηρίων. Κάθε σύζυγος κρίνεται αποκλειστικά βάσει των δικών του εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το εισόδημα του ενός για να καλύψει τεκμήρια του άλλου, ούτε μέσω ανάλωσης κεφαλαίου.
Παράλληλα, οι αποδείξεις λειτουργούν επίσης ατομικά. Αν ο ένας σύζυγος έχει πλεόνασμα αποδείξεων και ο άλλος έλλειμμα, δεν υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς. Ο καθένας πρέπει να καλύπτει μόνος του τις απαιτήσεις που τον αφορούν, γεγονός που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιλογή χωριστής δήλωσης δεν επηρεάζει τη χορήγηση κοινωνικών επιδομάτων. Επίσης, για ζευγάρια με διαφορετική φορολογική κατοικία, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη χωριστή υποβολή, καθώς το φορολογικό πλαίσιο προβλέπει ήδη ξεχωριστή αντιμετώπιση ακόμη και μέσα από κοινή δήλωση.
Σε επίπεδο συμπλήρωσης της δήλωσης, η κύρια κατοικία δηλώνεται στον πίνακα 5 του εντύπου Ε1, με τον κάθε σύζυγο να αναγράφει το ποσοστό ιδιοκτησίας ή χρήσης που του αντιστοιχεί. Αν ένας από τους δύο δεν έχει κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας ή χρήσης, δηλώνει στον πίνακα 6 ότι συγκατοικεί με τον σύζυγο. Τα κοινά τέκνα δηλώνονται και από τους δύο ως εξαρτώμενα μέλη, ενώ το εισόδημα ανήλικου παιδιού που δεν φορολογείται στο όνομά του προστίθεται στον γονέα με το μεγαλύτερο εισόδημα.
Για τα ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, ο νόμος προβλέπει εξαρχής τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ κοινής και χωριστής δήλωσης, χωρίς να απαιτείται ειδική γνωστοποίηση όπως στους έγγαμους.
Τέλος, αξίζει να καταρριφθεί ένας διαδεδομένος μύθος: ακόμη και στις κοινές δηλώσεις, ο φόρος υπολογίζεται και βεβαιώνεται χωριστά για κάθε σύζυγο. Δεν υπάρχει συμψηφισμός μεταξύ χρεωστικού και πιστωτικού ποσού, στοιχείο κρίσιμο για όσους θεωρούν ότι η κοινή δήλωση «ισοφαρίζει» αυτόματα τις διαφορές μέσα στο ζευγάρι.
Η επιλογή, λοιπόν, δεν είναι τυπική. Είναι στρατηγική – και το χρονικό περιθώριο για να την πάρεις σωστά, ήδη μετρά αντίστροφα.



