Το πλεόνασμα που «ξεκλειδώνει» αυξήσεις στις επικουρικές: Πόσα θα δουν στην τσέπη τους 1,3 εκατ. συνταξιούχοι το 2026

Ένα απροσδόκητα ισχυρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις επικουρικές συντάξεις και ανατρέπει δεδομένα που για χρόνια θεωρούνταν «παγωμένα». Ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης του ΕΦΚΑ, μέσω του ΕΤΕΑΕΠ, καταγράφει πλεόνασμα-έκπληξη για το 2025, ύψους 362 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας για πρώτη φορά μετά το 2020 τις προϋποθέσεις για πραγματικές αυξήσεις στις επικουρικές συντάξεις.

Το ίδιο θετική είναι και η εικόνα για το 2026. Σύμφωνα με τον νέο προϋπολογισμό, ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης προβλέπεται να κλείσει και την επόμενη χρονιά με πλεόνασμα άνω των 370 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά ο ΕΦΚΑ εκτιμάται ότι θα εμφανίσει θετικό ισοζύγιο κοντά στο 1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μεγέθη που αλλάζουν τη συζήτηση και μεταφέρουν το βάρος των αποφάσεων από τους αριθμούς στην πολιτική βούληση.


Γιατί το πλεόνασμα αλλάζει τα πάντα

Η απουσία αυξήσεων στις επικουρικές συντάξεις τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν τυχαία. Ο λεγόμενος «κόφτης» της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος, που θεσπίστηκε με τον νόμος Κατρούγκαλου, απαγορεύει ρητά οποιαδήποτε αύξηση όταν το Ταμείο εμφανίζει έλλειμμα. Με απλά λόγια, όσο τα οικονομικά του ΕΤΕΑΕΠ ήταν οριακά ή αρνητικά, οι επικουρικές έμεναν στάσιμες.

Το πλεόνασμα του 2025, όμως, μηδενίζει στην πράξη αυτή τη δικαιολογία. Με τα ταμεία γεμάτα, η ρήτρα δεν λειτουργεί ως φρένο, αλλά ως πράσινο φως. Έτσι, περίπου 1,3 εκατ. συνταξιούχοι που λαμβάνουν επικουρική σύνταξη μπαίνουν ξανά στο κάδρο των αυξήσεων από το 2026, όπως ακριβώς συνέβη με τις κύριες συντάξεις από το 2023 και μετά.


Τι σημαίνει μια αύξηση 3% στην πράξη

Σήμερα, η μέση επικουρική σύνταξη διαμορφώνεται περίπου στα 195 ευρώ μικτά τον μήνα. Μια αύξηση της τάξης του 3% θα την ανέβαζε κοντά στα 201 ευρώ, δηλαδή μια ετήσια ενίσχυση περίπου 72 ευρώ ανά δικαιούχο.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, το κόστος μιας τέτοιας αύξησης υπολογίζεται σε περίπου 94 εκατ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο ένα τρίτο του πλεονάσματος του ΕΤΕΑΕΠ για το 2025, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι αυξήσεις όχι μόνο είναι εφικτές, αλλά και απολύτως διαχειρίσιμες χωρίς να τίθεται ζήτημα βιωσιμότητας.


Μεγάλες διαφορές ανά Ταμείο

Η εικόνα των επικουρικών συντάξεων παραμένει ανομοιογενής. Υπάρχουν Ταμεία με ιδιαίτερα υψηλές παροχές και άλλα με ποσά που κινούνται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Για παράδειγμα, οι ασφαλισμένοι πρώην τραπεζικών Ταμείων εμφανίζουν μέσες επικουρικές που ξεπερνούν τα 400 ευρώ, ενώ σε άλλα Ταμεία –όπως των μηχανικών– οι παροχές μετά βίας αγγίζουν τα 70 ευρώ.

Αν εφαρμοστεί μια οριζόντια αύξηση 3%, οι διαφορές αυτές θα παραμείνουν, αλλά όλοι οι δικαιούχοι θα δουν μια έστω μικρή βελτίωση στο μηνιαίο εισόδημά τους. Για ορισμένες κατηγορίες, η αύξηση θα είναι 6–7 ευρώ τον μήνα, ενώ για άλλες μπορεί να ξεπεράσει τα 10–13 ευρώ.


Εναλλακτικά σενάρια: λιγότερες κρατήσεις, περισσότερα καθαρά

Παράλληλα με το σενάριο των αυξήσεων, στο τραπέζι του υπουργείου Εργασίας εξετάζονται και εναλλακτικές λύσεις ενίσχυσης των επικουρικών. Μία από αυτές είναι η μείωση –ή ακόμη και η κατάργηση– της εισφοράς ασθένειας 6% που επιβάλλεται από το 2015 στις επικουρικές συντάξεις.

Η μείωση της κράτησης στο 3% θα μπορούσε να αυξήσει άμεσα τα καθαρά ποσά κατά 6 έως 12 ευρώ τον μήνα, ενώ η πλήρης κατάργησή της θα διπλασίαζε το όφελος. Το δημοσιονομικό κόστος μιας τέτοιας παρέμβασης εκτιμάται στα 80 εκατ. ευρώ για τη μείωση στο μισό και στα 170 εκατ. ευρώ για την πλήρη κατάργηση, ποσά που επίσης μπορούν να καλυφθούν από τα υφιστάμενα πλεονάσματα.


Πότε θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις

Οι οριστικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν εντός του 2026, αφού προηγηθεί αναλογιστική μελέτη που θα καθορίσει το ακριβές περιθώριο αυξήσεων. Το πλεόνασμα των 362 εκατ. ευρώ λειτουργεί ως ισχυρή ένδειξη ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του συστήματος.

Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα είναι σαφές: οι επικουρικές συντάξεις δεν αποτελούν πλέον «αδύναμο κρίκο» της κοινωνικής ασφάλισης. Με τα οικονομικά δεδομένα να συνηγορούν υπέρ των αυξήσεων, η τελική λέξη ανήκει πλέον στην πολιτική ηγεσία και στις αποφάσεις που θα καθορίσουν αν –και πότε– οι συνταξιούχοι θα δουν ουσιαστική βελτίωση στο εισόδημά τους.