Με αποφάσεις που εκδόθηκαν από την Ολομέλεια πέντε μήνες νωρίτερα και δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι ο τεκμαρτός υπολογισμός του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών είναι συνταγματικά επιτρεπτός. Οι ανώτατοι δικαστές δεν ακύρωσαν τη σχετική απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με αποτέλεσμα το ισχύον σύστημα να παραμένει σε εφαρμογή.
Η υπόθεση και το νομικό πλαίσιο
Το επίμαχο ζήτημα αφορά τις διατάξεις των άρθρων 28Α έως 28Δ του νόμου 4172/2013, που καθιέρωσαν τον τεκμαρτό προσδιορισμό του ελάχιστου εισοδήματος για όσους ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα. Το μέτρο προκάλεσε αντιδράσεις από επαγγελματικούς και επιστημονικούς φορείς, οι οποίοι προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση του.
Οι αιτήσεις ακύρωσης συζητήθηκαν στις 28 Μαρτίου 2025 και εξετάστηκαν σε δύο διασκέψεις, στις 14 Απριλίου και 2 Μαΐου, υπό την προεδρία του κ. Πικραμένου. Λόγω της σημασίας της υπόθεσης, το δικαστήριο είχε ανακοινώσει από τότε το αποτέλεσμα, ενώ η πλήρης αιτιολόγηση των αποφάσεων δόθηκε στη δημοσιότητα αρκετούς μήνες αργότερα.
Τι αποφάσισε το ΣτΕ
Η Ολομέλεια του ΣτΕ απέρριψε τις προσφυγές ελεύθερων επαγγελματιών, δικηγόρων και άλλων επιστημόνων, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το νέο σύστημα παραβιάζει θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές. Σύμφωνα με τις αποφάσεις, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο τεκμαρτός προσδιορισμός αποτελεί νόμιμο εργαλείο φορολογικού ελέγχου, εφόσον συνοδεύεται από δυνατότητα αμφισβήτησης από τον φορολογούμενο.
Ειδικότερα, οι δικαστές έκριναν πως:
-
Ο τεκμαρτός υπολογισμός εισοδήματος δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, καθώς αποσκοπεί στη διασφάλιση της φορολογικής δικαιοσύνης και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
-
Ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής κατά του καθορισμένου ποσού, με συγκεκριμένες διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία.
Η επίμαχη απόφαση της Α.Α.Δ.Ε. (Α1055/9.4.2024), η οποία ορίζει τη διαδικασία αμφισβήτησης του τεκμαρτού εισοδήματος, κρίθηκε νόμιμη και συνταγματικά ανεκτή.
Πώς μπορεί να αμφισβητηθεί το τεκμαρτό εισόδημα
Σύμφωνα με το ΣτΕ, κάθε επαγγελματίας έχει τη δυνατότητα να αντικρούσει τον προσδιορισμό του ελάχιστου εισοδήματος με τρεις τρόπους:
-
Υποβάλλοντας ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου.
-
Προσφεύγοντας στα Διοικητικά Δικαστήρια, εάν απορριφθεί η προσφυγή από τη Δ.Ε.Δ.
-
Υποβάλλοντας αίτημα ελέγχου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ζητώντας επανεξέταση των στοιχείων.
Το δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε περίπτωση που εκδοθεί νέα πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη διαδικασία προσφυγής με βάση τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Οι ενστάσεις των ελεύθερων επαγγελματιών
Οι επαγγελματικοί φορείς και σύλλογοι που προσέφυγαν κατά του μέτρου υποστήριξαν ότι η τεκμαρτή φορολόγηση:
-
Παραβιάζει την αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, καθώς αντιμετωπίζει όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες με ενιαία βάση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη πραγματικές συνθήκες λειτουργίας ή εισοδήματος.
-
Αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς επιβάλλει φορολογικές υποχρεώσεις ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα του κάθε επαγγελματία.
-
Περιορίζει την επαγγελματική ελευθερία, δημιουργώντας την υποχρέωση επίτευξης συγκεκριμένου επιπέδου εισοδήματος ως προϋπόθεση για τη διατήρηση επαγγελματικής δραστηριότητας.
-
Υπερβαίνει τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, η απόφαση της Α.Α.Δ.Ε. επεκτείνει τον έλεγχο και σε παλαιότερα φορολογικά έτη, πέραν της αρχικής πρόθεσης του νομοθέτη.
Το σκεπτικό της πλειοψηφίας
Η πλειοψηφία των δικαστών θεώρησε ότι το κράτος μπορεί να θεσπίζει τεκμήρια ελάχιστου εισοδήματος όταν αυτά εξυπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, όπως η διασφάλιση της διαφάνειας και η αποτελεσματική είσπραξη των φόρων. Το Δικαστήριο τόνισε πως η δυνατότητα αμφισβήτησης από τον πολίτη και η πρόσβαση σε ένδικα μέσα εξασφαλίζουν την αναλογικότητα του μέτρου και τη συμβατότητά του με το Σύνταγμα.
Αντίθετα, μειοψηφούσα γνώμη δικαστών θεώρησε ότι το τεκμήριο δεν βασίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που να συνδέονται άμεσα με το εισόδημα του επαγγελματία, αλλά σε συγκρίσεις με τον κατώτατο μισθό εργαζομένων υπό διαφορετικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά τον μηχανισμό άδικο και αυθαίρετο.
Τι σημαίνει πρακτικά η απόφαση
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επιβεβαιώνει ότι το σύστημα τεκμαρτού εισοδήματος παραμένει σε ισχύ και μπορεί να εφαρμόζεται από την Α.Α.Δ.Ε. για τον υπολογισμό της φορολογητέας ύλης των ατομικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, οι επαγγελματίες διατηρούν το δικαίωμα να προσφύγουν κατά του ποσού που τους αποδίδεται, εφόσον θεωρούν ότι δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους έσοδα.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντική δικαστική επιβεβαίωση του νέου πλαισίου, το οποίο εντάσσεται στις προσπάθειες της φορολογικής διοίκησης να περιορίσει τα φαινόμενα φοροδιαφυγής και να εξασφαλίσει πιο δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών.
Επόμενα βήματα και αντιδράσεις
Παρότι το ΣτΕ έκρινε το μέτρο συνταγματικό, οι αντιδράσεις από τους επαγγελματικούς συλλόγους συνεχίζονται. Οι φορείς δηλώνουν ότι θα επιδιώξουν βελτιώσεις και διορθώσεις στην εφαρμογή του συστήματος, ζητώντας μεγαλύτερη ευελιξία και προσαρμογή στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κλάδου.
Παράλληλα, η Α.Α.Δ.Ε. αναμένεται να προχωρήσει σε διευκρινίσεις και τεχνικές βελτιώσεις στον τρόπο υπολογισμού του τεκμαρτού εισοδήματος, ιδίως για περιπτώσεις μικρών επαγγελματιών ή όσων δραστηριοποιούνται σε απομακρυσμένες περιοχές.
Συνοψίζοντας:
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πλειοψηφική απόφαση, επικύρωσε τη συνταγματικότητα του τεκμαρτού προσδιορισμού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Το μέτρο παραμένει σε ισχύ, ενώ οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αμφισβητούν με τα νόμιμα μέσα, εφόσον θεωρούν ότι αδικούνται.


