Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, τα τεκμήρια διαβίωσης αποτελούν έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους μηχανισμούς της ελληνικής φορολογίας. Θεσπίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με έναν σαφή στόχο: να περιορίσουν τη φοροδιαφυγή, «υπολογίζοντας» το εισόδημα των φορολογουμένων με βάση την περιουσία και τον τρόπο ζωής τους. Στην πράξη, όμως, ο χρόνος τα μετέτρεψε από εργαλείο ελέγχου σε πηγή στρεβλώσεων και κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, τα τεκμήρια όχι μόνο δεν καταργήθηκαν, αλλά επεκτάθηκαν. Στη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου ενισχύθηκαν, κωδικοποιήθηκαν και εντάχθηκαν βαθύτερα στον φορολογικό μηχανισμό. Το αποτέλεσμα; Χιλιάδες πολίτες να φορολογούνται για εισοδήματα που στην πραγματικότητα δεν έχουν. Άνεργοι, συνταξιούχοι και αυτοαπασχολούμενοι με χαμηλές απολαβές βρέθηκαν να εμφανίζονται «πλουσιότεροι» στα χαρτιά, μόνο και μόνο επειδή διαθέτουν ένα παλιό αυτοκίνητο ή κατοικούν σε ιδιόκτητο σπίτι.
Το κλασικό παράδειγμα είναι ο συνταξιούχος που ζει σε ένα διαμέρισμα που απέκτησε δεκαετίες πριν και διατηρεί ένα παλαιό ΙΧ. Παρότι το πραγματικό του εισόδημα μετά βίας καλύπτει τις βασικές ανάγκες, το τεκμαρτό εισόδημα τον ανεβάζει σε υψηλότερη φορολογική κλίμακα. Έτσι γεννιέται ένα έντονο αίσθημα φορολογικής αδικίας, το οποίο υπονομεύει την εμπιστοσύνη στο σύστημα.
Ωστόσο, το σκηνικό φαίνεται να αλλάζει. Η ψηφιοποίηση των φορολογικών διαδικασιών, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και τα σύγχρονα εργαλεία ελέγχου έχουν περιορίσει σημαντικά την ανάγκη ύπαρξης τεκμηρίων με τη σημερινή τους μορφή. Το υπουργείο Οικονομικών αναγνωρίζει πλέον ότι πρόκειται για έναν μηχανισμό ξεπερασμένο και έχει ξεκινήσει σταδιακά το «ξήλωμά» του.
Από το επόμενο φορολογικό έτος, παράλληλα με τις αλλαγές στη φορολογική κλίμακα, έρχονται ουσιαστικές μειώσεις στα τεκμήρια για κατοικίες, αυτοκίνητα και σκάφη αναψυχής. Παράλληλα, τα εξαρτώμενα τέκνα που έχουν δικό τους εισόδημα εξαιρούνται από την ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη των 3.000 ευρώ. Το δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται στα 40 εκατ. ευρώ ετησίως, με σχεδόν μισό εκατομμύριο φορολογούμενους να βλέπουν άμεση ελάφρυνση.
Κατοικίες: το πιο «ύπουλο» τεκμήριο
Το τεκμήριο κατοικίας θεωρείται από τα πιο προβληματικά. Ένα ακίνητο που αποκτήθηκε μέσω κληρονομιάς μπορεί να «φουσκώσει» το τεκμαρτό εισόδημα, χωρίς να προσφέρει πραγματική οικονομική άνεση. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι τα όρια των τεκμηρίων παρέμειναν αμετάβλητα, ενώ οι αντικειμενικές αξίες αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Με τη νέα ρύθμιση, οι βασικοί συντελεστές μειώνονται κατά 30%. Έτσι, μια κατοικία 120 τ.μ. που σήμερα επιβαρύνει τον ιδιοκτήτη με τεκμήριο 5.800 ευρώ, θα «μετρά» πλέον για 4.040 ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ελάφρυνση στις περιοχές με υψηλές τιμές ζώνης, όπου οι προσαυξήσεις μειώνονται, οδηγώντας σε συνολική μείωση της αντικειμενικής δαπάνης έως και 35%. Για μονοκατοικίες διατηρείται η προσαύξηση 20%, αλλά επί των νέων, χαμηλότερων ποσών, ενώ για τη δευτερεύουσα κατοικία εξακολουθεί να ισχύει η έκπτωση 50%.
Αυτοκίνητα: από τα κυβικά στο CO₂
Μέχρι σήμερα, τα τεκμήρια αυτοκινήτων βασίζονταν αποκλειστικά στα κυβικά εκατοστά, με μειώσεις λόγω παλαιότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα παράδοξο: τα νεότερα και συχνά πιο οικονομικά στη χρήση οχήματα να επιβαρύνονται περισσότερο από τα παλαιότερα. Παράλληλα, λειτουργούσε αποτρεπτικά για την ανανέωση του στόλου.
Το νέο σύστημα αλλάζει ριζικά τη φιλοσοφία. Για οχήματα που έχουν ταξινομηθεί μετά την 1η Νοεμβρίου 2010, το τεκμήριο θα υπολογίζεται με βάση τις εκπομπές CO₂, στα πρότυπα των τελών κυκλοφορίας. Αυτό οδηγεί σε σημαντική μείωση των αντικειμενικών δαπανών και ευνοεί τα πιο «καθαρά» αυτοκίνητα. Τα ηλεκτρικά οχήματα διατηρούν μηδενικό τεκμήριο έως τις 50.000 ευρώ, ενώ και τα ακριβότερα βλέπουν τη σχετική επιβάρυνση να μειώνεται στο μισό.
Σκάφη: ελάφρυνση και για τους νεότερους ιδιοκτήτες
Αντίστοιχη μείωση προβλέπεται και για τα σκάφη αναψυχής. Μέχρι σήμερα, η παλαιότητα αποτελούσε τον βασικό παράγοντα μείωσης του τεκμηρίου. Πλέον, η τεκμαρτή δαπάνη μειώνεται κατά 30% ακόμη και για νεότερα σκάφη, με το σκεπτικό ότι το κόστος συντήρησης δεν διαφέρει ουσιαστικά και ότι η ελάφρυνση ενισχύει την αγοραστική δύναμη.
Συνολικά, οι αλλαγές σηματοδοτούν μια σταδιακή απομάκρυνση από ένα σύστημα που τιμωρούσε την κατοχή περιουσίας ανεξάρτητα από το πραγματικό εισόδημα. Τα τεκμήρια δεν εξαφανίζονται, αλλά χάνουν τον τιμωρητικό τους χαρακτήρα, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα πιο δίκαιο και σύγχρονο φορολογικό πλαίσιο.


