Μια απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ έρχεται να ταράξει τα νερά στη φορολογική πρακτική, αποδεικνύοντας πως ακόμη και η πιο “σωστή” φορολογική εκτίμηση μπορεί να καταρρεύσει, αν δεν τηρηθεί στο ακέραιο η προβλεπόμενη διαδικασία. Με απλά λόγια, ακόμη κι αν η εφορία έχει δίκιο στα νούμερα, μπορεί να χάσει τη μάχη — αν δεν τηρήσει το γράμμα του νόμου.
Η υπόθεση αφορά μια επιχείρηση που βρέθηκε στο στόχαστρο του Κέντρου Μεγάλων Φορολογουμένων (Κ.Ε.ΜΕ.Φ.), το οποίο, μετά από έλεγχο, εντόπισε μεταφορές εκροών από υψηλότερους σε χαμηλότερους συντελεστές ΦΠΑ. Η διαφορά φόρου, σύμφωνα με την υπηρεσία, ανερχόταν σε περίπου 7.250 ευρώ για τις χρήσεις 2020 και 2021 — ποσό όχι τεράστιο, αλλά αρκετό για να κινήσει τη διαδικασία προσδιορισμού φόρου και επιβολής πράξεων.
Ωστόσο, η ελεγκτική υπηρεσία έκανε ένα κρίσιμο λάθος: δεν απέστειλε στην επιχείρηση εγκαίρως το Σημείωμα Διαπιστώσεων Ελέγχου — το έγγραφο που, βάσει νόμου, πρέπει να προηγείται κάθε τελικής πράξης, δίνοντας στον φορολογούμενο τη δυνατότητα να απαντήσει, να αντικρούσει ή να διορθώσει τα ευρήματα.
Αυτή η παράλειψη αποδείχθηκε καθοριστική. Η επιχείρηση προσέφυγε στη ΔΕΔ, υποστηρίζοντας ότι στερήθηκε το θεμελιώδες δικαίωμά της να ακουστεί πριν ολοκληρωθεί ο έλεγχος. Και η ΔΕΔ συμφώνησε.
Με την απόφαση 3419/16.09.2025, η ΔΕΔ ακύρωσε τις πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ για τα επίμαχα έτη, επισημαίνοντας πως η εφορία δεν τήρησε τη νόμιμη διαδικασία. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024), ο φορολογούμενος πρέπει να λαμβάνει το Σημείωμα Διαπιστώσεων και να διαθέτει προθεσμία είκοσι ημερών για να εκφράσει τις απόψεις του. Αν η διαδικασία αυτή δεν τηρηθεί, η πράξη θεωρείται τυπικά ελαττωματική και άρα άκυρη.
Η απόφαση της ΔΕΔ δεν μπήκε στην ουσία του ελέγχου — δηλαδή δεν έκρινε αν πράγματι υπήρχαν λανθασμένες δηλώσεις ΦΠΑ ή όχι. Αντίθετα, στάθηκε αποκλειστικά στο διαδικαστικό σκέλος, ξεκαθαρίζοντας ότι οι φορολογικές αρχές υποχρεούνται να τηρούν τα δικαιώματα του φορολογούμενου ακόμη κι αν έχουν δίκιο στην ουσία.
Αυτό σημαίνει πως η ακύρωση δεν αποτελεί «δικαίωση» της επιχείρησης ως προς το περιεχόμενο του ελέγχου, αλλά περισσότερο υπενθύμιση στην εφορία ότι η νομιμότητα δεν είναι προαιρετική. Η ΑΑΔΕ, φυσικά, έχει τη δυνατότητα να επανεκδώσει τις πράξεις, αρκεί να ακολουθήσει αυτή τη φορά σωστά τα βήματα που προβλέπει ο νόμος. Το χρονικό περιθώριο για κάτι τέτοιο είναι πέντε έτη από τη λήξη της χρήσης που αφορά ο έλεγχος.
Το μήνυμα της απόφασης, ωστόσο, είναι σαφές:
Η διαδικασία δεν είναι μια τυπικότητα που μπορεί να αγνοηθεί. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται η εμπιστοσύνη ανάμεσα στον φορολογούμενο και το κράτος. Αν αυτό το θεμέλιο ραγίσει, ολόκληρο το οικοδόμημα του ελέγχου μπορεί να καταρρεύσει.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι όποιος φορολογούμενος λάβει πράξη προσδιορισμού φόρου χωρίς προηγούμενο Σημείωμα Διαπιστώσεων ή χωρίς να του δοθεί ο νόμιμος χρόνος απάντησης, έχει ισχυρό νομικό όπλο για να ζητήσει την ακύρωσή της. Οι επιχειρήσεις και οι λογιστές τους οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να ελέγχουν κάθε στάδιο της διαδικασίας ελέγχου.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί και ένα σημαντικό προηγούμενο: δείχνει ότι η ΔΕΔ είναι διατεθειμένη να προστατεύσει τον φορολογούμενο όταν παραβιάζονται τα δικαιώματά του, ακόμη κι αν το ζήτημα φαίνεται «τυπικό».
Αναλυτές του φορολογικού χώρου επισημαίνουν ότι τέτοιες αποφάσεις λειτουργούν ως “καμπανάκι” για τις ελεγκτικές υπηρεσίες, οι οποίες συχνά σπεύδουν να ολοκληρώσουν υποθέσεις χωρίς να τηρούν σχολαστικά τα διαδικαστικά βήματα. Στην πραγματικότητα, όμως, η βιασύνη μπορεί να αποδειχθεί μπούμερανγκ, καθώς ακυρώνει ολόκληρη τη δουλειά του ελέγχου.
Από την άλλη πλευρά, για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, η απόφαση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η τυπική νομιμότητα είναι δικαίωμα. Δεν είναι “χαρτούρα”, αλλά θεσμική εγγύηση διαφάνειας και ισονομίας.
Συνοψίζοντας, η ΔΕΔ έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις:
Η Εφορία οφείλει να ακολουθεί τον νόμο με την ίδια αυστηρότητα που απαιτεί από τους φορολογούμενους. Μια “μικρή” παράλειψη, όπως η μη αποστολή ενός εγγράφου ή η μη χορήγηση λίγων ημερών προθεσμίας, μπορεί να τινάξει στον αέρα ολόκληρη τη διαδικασία.
Και αν κάτι αποδεικνύει η απόφαση αυτή, είναι ότι στη φορολογία —όπως και στη δικαιοσύνη— οι λεπτομέρειες κάνουν όλη τη διαφορά.


