Μια απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έρχεται να ταράξει τα νερά γύρω από το καθεστώς του κατώτατου μισθού, αφήνοντας ανοικτό ένα ενδεχόμενο που μέχρι πριν λίγες εβδομάδες θεωρούνταν αδιανόητο: τη δυνατότητα μείωσής του από τα κράτη-μέλη, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο. Παρότι η κυβέρνηση τονίζει με έμφαση ότι «δεν αλλάζει τίποτα» για τους Έλληνες εργαζομένους, εργατολόγοι και συνδικαλιστές προειδοποιούν για ένα επικίνδυνο προηγούμενο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε περιόδους δημοσιονομικής πίεσης.
Η επίμαχη απόφαση συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς, η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο μέσω του Νόμου 5163/2024. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ακύρωσε δύο θεμελιώδεις διατάξεις της Οδηγίας, προκαλώντας πολιτικό και κοινωνικό σεισμό. Πρώτον, το τμήμα που υποχρέωνε τα κράτη-μέλη να υπολογίζουν τον κατώτατο μισθό βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, όπως η αγοραστική δύναμη και η παραγωγικότητα. Δεύτερον, τη διάταξη που δεν επέτρεπε μειώσεις μισθού σε χώρες με αυτόματο μηχανισμό αναπροσαρμογής.
Παρά τις έντονες αντιδράσεις, το υπουργείο Εργασίας εμφανίζεται καθησυχαστικό. Υψηλόβαθμα στελέχη υπογραμμίζουν ότι η Ελλάδα διατηρεί πλήρως το δικαίωμα να ορίζει το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων και ότι το ισχύον πλαίσιο δεν ανατρέπεται. Ωστόσο, η άλλη πλευρά του νομίσματος δείχνει αρκετά πιο ανήσυχη: νομικοί της εργασίας και εκπρόσωποι των συνδικάτων θεωρούν ότι η απόφαση δημιουργεί «κερκόπορτα» για μελλοντικές παρεμβάσεις, εφόσον οι δημοσιονομικές ανάγκες το επιβάλουν.
Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό μέτωπο βρίσκονται σε εξέλιξη κρίσιμες διαβουλεύσεις για το μέλλον των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αύριο Πέμπτη, οι κοινωνικοί εταίροι θα συναντηθούν ξανά με την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, συνεχίζοντας έναν διάλογο που χαρακτηρίζεται από αμοιβαία κατανόηση και διάθεση συνεργασίας. Σε επιστολή τους, τα συνδικάτα και οι εργοδοτικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι η πρόοδος των τελευταίων εβδομάδων είναι ουσιαστική και ζητούν οι συζητήσεις να παραμείνουν σε επίπεδο απευθείας συναντήσεων, ώστε να διαμορφωθεί μια συνολική, κοινή πρόταση.
Η υπουργός έκανε δεκτό το αίτημά τους, ανοίγοντας την πόρτα σε έναν –όπως όλα δείχνουν– τελικό κύκλο διαπραγματεύσεων. Στόχος είναι η σύνταξη ενός ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης που θα οδηγήσει στη νομοθέτηση των αλλαγών μέσα στους πρώτους μήνες του 2026, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση.
Αξιόπιστες πηγές αναφέρουν ότι η πορεία του διαλόγου έχει ήδη παρουσιάσει δύο κομβικές μεταβολές σε σχέση με όσα αρχικά αναμένονταν. Καταρχάς, οι συζητήσεις δεν αφορούν πλέον μόνο τις κλαδικές συμβάσεις, αλλά ανοίγουν και τον δρόμο για ρυθμίσεις σε περισσότερες μορφές συλλογικών συμφωνιών — από τοπικές και επιχειρησιακές, έως ενδοομιλικές συμβάσεις. Πρόκειται για σχήματα που σήμερα εμφανίζουν μικρή κάλυψη και περιορισμένα δικαιώματα παρέμβασης από την πλευρά των συνδικάτων.
Δεύτερον, η φιλόδοξη στόχευση για κάλυψη του 80% των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, η οποία προβλέπεται από την ίδια ευρωπαϊκή οδηγία, πλέον δεν αντιμετωπίζεται ως άμεσος στόχος. Αντίθετα, θεωρείται μια σταδιακή διαδικασία που μπορεί να επιτευχθεί σε βάθος χρόνου, όταν θα έχουν διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες.
Στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων βρίσκονται τέσσερις βασικές θεσμικές αλλαγές, που θεωρούνται κρίσιμες για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη χώρα. Η πρώτη αφορά τη μείωση του απαιτούμενου ποσοστού εργοδοτικής εκπροσώπησης για την επέκταση μιας σύμβασης σε ολόκληρο τον κλάδο. Το σημερινό όριο του 50%+1 θεωρείται υψηλό και λειτουργεί αποτρεπτικά, καθώς πολλές επιχειρήσεις επιλέγουν να αποχωρήσουν από τους φορείς εκπροσώπησης ώστε να αποφύγουν δεσμευτικές αυξήσεις.
Η δεύτερη αλλαγή αφορά ένα ειδικό σύστημα αυξήσεων για εταιρείες που αποδεδειγμένα βρίσκονται σε οικονομική δυσχέρεια. Στόχος είναι να αποφεύγονται τα αδιέξοδα και η απώλεια θέσεων εργασίας, χωρίς να καταργείται η ουσία των συλλογικών συμβάσεων.
Τρίτον, εξετάζεται η απλοποίηση των διαδικασιών του ΟΜΕΔ, με έμφαση στη συμφιλίωση πριν την προσφυγή στη διαιτησία. Αυτό θα επιτρέψει ταχύτερη επίλυση διαφορών και θα ενισχύσει τον ρόλο του Οργανισμού ως διαμεσολαβητή.
Τέλος, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον εκσυγχρονισμό του ψηφιακού Μητρώου συνδικαλιστικών και εργοδοτικών οργανώσεων. Η διαδικασία παραμένει σε εκκρεμότητα λόγω της αναμενόμενης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς υπάρχουν προσφυγές από συνδικαλιστικούς φορείς που εκφράζουν ενστάσεις για το θεσμικό πλαίσιο.
Παράλληλα, το υπουργείο εξετάζει επιπλέον κίνητρα συμμετοχής στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις — την «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας. Η πρόθεση είναι να ενθαρρυνθεί η ενεργή συμμετοχή τους, η οποία παραμένει διαχρονικά χαμηλή.
Καθώς οι συζητήσεις κορυφώνονται, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου εξακολουθεί να πλανάται σαν σκιά πάνω από το εργασιακό τοπίο. Παρότι η κυβέρνηση καθησυχάζει, το ερώτημα παραμένει: άνοιξε ή όχι ένα νέο κεφάλαιο στις συζητήσεις για τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα; Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν πρόκειται για μια θεωρητική ανησυχία — ή για ένα σενάριο με πραγματικές συνέπειες για χιλιάδες εργαζόμενους.


