«Βόμβα» στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης: Έρχεται φόρος-πέναλτι για όσους φύγουν πριν τα 62 – Στο μικροσκόπιο η συνταγματικότητα

Νέα δεδομένα φαίνεται πως ετοιμάζει η κυβέρνηση για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ), με ένα σχέδιο που ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις τόσο στην αγορά όσο και στους νομικούς κύκλους. Το υπό επεξεργασία νομοσχέδιο φέρνει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο φορολόγησης των παροχών, συνδέοντας άμεσα τον φόρο που θα πληρώνει κάθε ασφαλισμένος με την ηλικία αποχώρησής του από την εργασία.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει την εφαρμογή ενός νέου συστήματος κλιμακωτής φορολόγησης, στο οποίο όσοι αποχωρούν πριν από το 62ο έτος θα επιβαρύνονται με υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές. Αντίθετα, όσοι παραμένουν περισσότερο στην αγορά εργασίας – ακόμη και έως τα 67 έτη – θα απολαμβάνουν αισθητά χαμηλότερη φορολογία στις παροχές που θα λαμβάνουν από τα επαγγελματικά τους ταμεία.

Η προοπτική αυτή έχει ήδη ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το κατά πόσο το νέο μοντέλο είναι συμβατό με το Σύνταγμα, καθώς η διαφοροποίηση της φορολογικής μεταχείρισης αποκλειστικά με βάση την ηλικία ενδέχεται να οδηγήσει σε δικαστικές προσφυγές και σοβαρές νομικές αμφισβητήσεις.

Το σχέδιο που αλλάζει τα δεδομένα στα ΤΕΑ

Το νέο πλαίσιο εντάσσεται στη συνολική αναμόρφωση του δεύτερου πυλώνα ασφάλισης, την οποία επεξεργάζονται τα υπουργεία Εργασίας, Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης. Στόχος είναι να θεσπιστούν ενιαίοι κανόνες λειτουργίας και εποπτείας τόσο για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης όσο και για τα νέα ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα που θα διατίθενται μέσω ασφαλιστικών εταιρειών.

Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι η νέα πολιτική έχει διπλή στόχευση. Από τη μία επιδιώκεται η ενίσχυση της μακροχρόνιας αποταμίευσης και από την άλλη η αποτροπή πρόωρων αναλήψεων κεφαλαίων, οι οποίες – όπως εκτιμάται – αποδυναμώνουν τον ρόλο της επαγγελματικής ασφάλισης ως συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού μηχανισμού.

Με απλά λόγια, το κράτος επιχειρεί να δώσει φορολογικά κίνητρα σε όσους παραμένουν περισσότερο στην εργασία και να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την πρόωρη έξοδο.

Οι φόβοι για αντισυνταγματικότητα

Το μεγάλο ερώτημα που ήδη απασχολεί νομικούς και συνταγματολόγους είναι αν μια τέτοια διαφοροποίηση στη φορολογία μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή.

Το άρθρο 78 του Συντάγματος δίνει πράγματι στον νομοθέτη ευρύ περιθώριο να διαμορφώνει φορολογική πολιτική, να θεσπίζει κίνητρα ή αντικίνητρα και να διαφοροποιεί συντελεστές ανάλογα με τους στόχους της οικονομικής πολιτικής.

Ωστόσο, το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αρχή της ισότητας. Νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι δύο ασφαλισμένοι με ίδιες εισφορές, ίδια χρόνια ασφάλισης και αντίστοιχο αποταμιευμένο κεφάλαιο μπορεί τελικά να φορολογούνται εντελώς διαφορετικά μόνο και μόνο επειδή επέλεξαν διαφορετική ηλικία εξόδου από την εργασία.

Αυτό ακριβώς είναι που ενδέχεται να αποτελέσει πεδίο έντονων δικαστικών συγκρούσεων το επόμενο διάστημα.

Στο τραπέζι και το θέμα της αναλογικότητας

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συζήτηση γύρω από την αρχή της αναλογικότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 του Συντάγματος.

Εάν οι νέοι φορολογικοί συντελεστές λειτουργούν στην πράξη ως «ποινή» για όσους αποχωρούν πριν από συγκεκριμένο ηλικιακό όριο, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι το κράτος παρεμβαίνει υπερβολικά στην περιουσιακή σφαίρα των ασφαλισμένων.

Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η τελική μορφή της κλίμακας φορολόγησης. Αν, για παράδειγμα, η διαφορά φορολογίας μεταξύ ενός ασφαλισμένου που αποχωρεί στα 61 και ενός που αποχωρεί στα 62 είναι υπερβολικά μεγάλη, τότε το μέτρο μπορεί να χαρακτηριστεί δυσανάλογο και να προσβληθεί δικαστικά.

«Παγίδα» για όσους είχαν άλλες προσδοκίες

Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί ανησυχία αφορά την προστατευόμενη εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο κράτος.

Χιλιάδες ασφαλισμένοι εντάχθηκαν στα ΤΕΑ γνωρίζοντας διαφορετικούς φορολογικούς κανόνες και υπολογίζοντας συγκεκριμένες αποδόσεις και φορολογικές επιβαρύνσεις. Εάν οι αλλαγές εφαρμοστούν χωρίς μεταβατικό στάδιο ή χωρίς ειδικές προβλέψεις για τους ήδη ασφαλισμένους, δεν αποκλείεται να υπάρξει κύμα αντιδράσεων.

Άλλωστε, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αναγνωρίζει ότι το κράτος μπορεί να τροποποιεί φορολογικά καθεστώτα, όχι όμως να ανατρέπει πλήρως θεμελιωμένες προσδοκίες χωρίς σοβαρή αιτιολόγηση δημοσίου συμφέροντος.

Τι ισχύει σήμερα για τη φορολογία στα ΤΕΑ

Το σημερινό καθεστώς φορολόγησης εφαρμόζεται από το 2024 και βασίζεται αποκλειστικά στα έτη ασφάλισης.

Για τις εφάπαξ παροχές, οι φορολογικοί συντελεστές ξεκινούν από 20% για συμμετοχή έως πέντε έτη και μειώνονται σταδιακά έως 5% για ασφάλιση άνω των 21 ετών.

Στις περιοδικές παροχές, η φορολογία κυμαίνεται από 10% έως 2,5%.

Το νέο μοντέλο αλλάζει εντελώς τη φιλοσοφία του συστήματος, αφού πλέον το βασικό κριτήριο δεν θα είναι μόνο ο χρόνος ασφάλισης αλλά και η ηλικία εξόδου από την εργασία.

Έρχονται και τα «Ανοιχτά ΤΕΑ»

Την ίδια στιγμή, το νέο νομοσχέδιο αναμένεται να περιλαμβάνει και τη δημιουργία των λεγόμενων «Ανοιχτών ΤΕΑ».

Πρόκειται για πολυεργοδοτικά σχήματα στα οποία θα μπορούν να συμμετέχουν πολλές επιχειρήσεις χωρίς να απαιτείται κάθε φορά νέα εποπτική έγκριση. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι έτσι θα διευκολυνθεί η συμμετοχή μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην επαγγελματική ασφάλιση και θα ενισχυθεί σημαντικά ο δεύτερος πυλώνας του ασφαλιστικού συστήματος.

Παράλληλα, προβλέπεται μεγαλύτερη ευελιξία στη μεταφορά ασφαλιστικών δικαιωμάτων από ένα πρόγραμμα σε άλλο, χωρίς απώλειες για τον ασφαλισμένο, προκειμένου να καλυφθούν οι σύγχρονες ανάγκες της αγοράς εργασίας και οι συχνές μετακινήσεις εργαζομένων μεταξύ εταιρειών και επαγγελματικών κλάδων.

Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η νέα φορολογική πολιτική για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης δεν θα περάσει απαρατήρητη. Η σύνδεση φόρου και ηλικίας συνταξιοδότησης ανοίγει έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης που αγγίζει όχι μόνο την οικονομία και το ασφαλιστικό σύστημα αλλά και τα όρια της συνταγματικής προστασίας των πολιτών.

Το τελικό περιεχόμενο του νομοσχεδίου, οι μεταβατικές διατάξεις και το ύψος των φορολογικών επιβαρύνσεων θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό αν η μεταρρύθμιση θα εφαρμοστεί ομαλά ή αν θα οδηγηθεί τελικά στις δικαστικές αίθουσες.