Σπίτι, παιδιά και στήριξη σε κάθε ηλικία: Το κυβερνητικό σχέδιο που αλλάζει το παιχνίδι – Τι αποκαλύπτει η Δόμνα Μιχαηλίδου

Η αντιμετώπιση του δημογραφικού αδιεξόδου και της στεγαστικής ασφυξίας περνά στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Η Δόμνα Μιχαηλίδου περιγράφει με συνέντευξη στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής, ένα πλέγμα παρεμβάσεων που φιλοδοξεί να απαντήσει σε δύο από τις πιο πιεστικές προκλήσεις της ελληνικής κοινωνίας: την αδυναμία των νέων να αποκτήσουν προσιτή κατοικία και τη διαρκή μείωση των γεννήσεων.

Στον πυρήνα της στρατηγικής βρίσκεται η παραδοχή ότι το δημογραφικό δεν είναι ένα ζήτημα αριθμών, αλλά καθημερινότητας. Όπως υπογραμμίζεται από το υπουργείο, το ζητούμενο δεν είναι η ηθική πίεση προς τα νέα ζευγάρια, αλλά η δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος που θα καθιστά τη δημιουργία οικογένειας ρεαλιστική επιλογή. Στέγη, εργασία, φροντίδα παιδιών και οικονομική ασφάλεια αντιμετωπίζονται ως συγκοινωνούντα δοχεία.

Στο στεγαστικό μέτωπο, η κυβέρνηση επιχειρεί μια συνδυαστική προσέγγιση. Από τη μία πλευρά, ενισχύεται η προσφορά κατοικιών, από την άλλη στηρίζεται το διαθέσιμο εισόδημα όσων αναζητούν σπίτι. Το συνολικό πακέτο παρεμβάσεων φτάνει τα 6,8 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει δεκάδες πολιτικές, με στόχο να αυξηθεί το στεγαστικό απόθεμα και να μειωθεί η πίεση στις τιμές.

Κομβικής σημασίας θεωρείται η Κοινωνική Αντιπαροχή, μέσω της οποίας δημόσια ακίνητα που παρέμεναν αναξιοποίητα μετατρέπονται σε κατοικίες με χαμηλό ενοίκιο. Παράλληλα, από το 2026 προβλέπεται η κατασκευή 1.500 νέων σπιτιών σε εκτάσεις πρώην στρατοπέδων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα, με χρηματοδότηση από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο. Πρόκειται για μια παρέμβαση που στοχεύει κυρίως νέους εργαζόμενους και ζευγάρια, τα οποία σήμερα αποκλείονται από την αγορά.

Την ίδια στιγμή, ενεργοποιούνται προγράμματα που «ξεκλειδώνουν» χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα. Το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» και τα κίνητρα για μετατροπή ακινήτων από βραχυχρόνια σε μακροχρόνια μίσθωση επιχειρούν να αυξήσουν άμεσα την προσφορά, χωρίς νέες κατασκευές. Σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αξιοποιούνται και περιφερειακά προγράμματα ώστε να διατεθούν κατοικίες εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, καλύπτοντας παράλληλα ανάγκες στελέχωσης σε σχολεία και νοσοκομεία.

Στο σκέλος της ζήτησης, τα χαμηλότοκα δάνεια των προγραμμάτων «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» έχουν ήδη επιτρέψει σε χιλιάδες πολίτες να αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία με μηνιαία δόση μικρότερη από το ενοίκιο. Επιπλέον, η επιστροφή ενός ενοικίου τον χρόνο λειτουργεί ως άμεση ενίσχυση για περίπου 900.000 νοικοκυριά, μειώνοντας το πραγματικό κόστος στέγασης.

Η στεγαστική πολιτική, ωστόσο, δεν αποσυνδέεται από το δημογραφικό. Με τις γεννήσεις να έχουν υποχωρήσει κάτω από τις 70.000 ετησίως και τον δείκτη γονιμότητας στο 1,3, το υπουργείο αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό και βαθιά δομικό. Η απάντηση δεν περιορίζεται σε επιδόματα, αλλά επεκτείνεται σε υπηρεσίες και φορολογικές ελαφρύνσεις.

Στον τομέα της προσχολικής φροντίδας, διευρύνεται η πρόσβαση στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, με αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων και κατάργηση περιορισμών για τις πολύτεκνες οικογένειες. Για πρώτη φορά, οικογένειες μεσαίου εισοδήματος εντάσσονται μαζικά στο πρόγραμμα, καλύπτοντας ένα κρίσιμο κενό που λειτουργούσε αποτρεπτικά για την απόφαση απόκτησης παιδιού.

Παράλληλα, το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» επεκτείνεται πανελλαδικά, με επιδότηση έως 500 ευρώ τον μήνα για παιδιά έως 2,5 ετών. Συμπληρωματικά, προβλέπεται μηνιαία ενίσχυση 300 ευρώ για βρέφη και νήπια όταν η μητέρα είναι άνεργη ή εργάζεται μερικώς, ενώ από το 2026 ξεκινούν και οι Σχολές Γονέων, με έμφαση στην ψυχοκοινωνική στήριξη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο φορολογικό σκέλος. Οι αλλαγές μεταφράζονται σε ουσιαστικό όφελος για όλες τις οικογενειακές κατηγορίες: οι πολύτεκνοι κερδίζουν έως δύο μισθούς τον χρόνο, οι τρίτεκνοι έναν, ενώ σημαντικά είναι τα οφέλη και για ζευγάρια με ένα ή δύο παιδιά. Ακόμη και νοικοκυριά χωρίς παιδιά βλέπουν ελάφρυνση, ενώ για πρώτη φορά ενισχύονται οικογένειες που στο παρελθόν αποκλείονταν λόγω εισοδηματικών ορίων.

Τέλος, η στρατηγική του υπουργείου επεκτείνεται και στην τρίτη ηλικία. Με δεδομένη τη γήρανση του πληθυσμού, στόχος είναι οι ηλικιωμένοι να παραμένουν ενεργοί και συνδεδεμένοι με την κοινωνία. Ενισχύονται οι δομές ΚΑΠΗ και ΚΗΦΗ, ενώ το νέο πρόγραμμα ψηφιακής ενδυνάμωσης φιλοδοξεί να δώσει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, μειώνοντας την απομόνωση και διευκολύνοντας την καθημερινότητά τους.

Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: το δημογραφικό και η κοινωνική συνοχή δεν αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Απαιτούν συνεκτική πολιτική, που συνοδεύει τον πολίτη από το πρώτο του σπίτι, στη γέννηση και την ανατροφή των παιδιών, έως μια ενεργή και αξιοπρεπή τρίτη ηλικία. Αυτό, σύμφωνα με τη Δόμνα Μιχαηλίδου, είναι το πραγματικό στοίχημα της επόμενης δεκαετίας.