«Θα πεθάνω και δεν θα ξέρω;» – Η Μαρία Καρυστιανού σπάει τη σιωπή για Τέμπη, ελέγχους και πολιτικές υποσχέσεις

Το δεύτερο μέρος της τηλεοπτικής συνέντευξης της Μαρία Καρυστιανού στην εκπομπή Καθαρές κουβέντες του Open δεν περιορίστηκε σε μια απλή αναδρομή γεγονότων. Ήταν μια ευθεία πολιτική και ηθική τοποθέτηση, με αιχμές για τη Δικαιοσύνη, την κυβέρνηση και τις εσωτερικές ρήξεις μεταξύ των οικογενειών των θυμάτων της τραγωδίας στα Τέμπη.

«Οι 56 οικογένειες δεν σκέφτονται όλες το ίδιο»

Η ίδια παραδέχθηκε ότι το ενιαίο μέτωπο των συγγενών έχει πλέον διαρραγεί. Όπως περιέγραψε, δεκάδες οικογένειες βρέθηκαν ξαφνικά ενωμένες μέσα σε μια ακραία συνθήκη πένθους και διεκδίκησης. Ωστόσο, η διαφορετική αντίληψη για τη στρατηγική και τη στάση απέναντι στην υπόθεση έχει δημιουργήσει ρήγματα.

Υποστήριξε ότι η υπόθεση των Τεμπών δεν αφορά μόνο ένα δυστύχημα, αλλά ένα ζήτημα που – κατά την εκτίμησή της – θα έπρεπε να μελετάται ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Έκανε λόγο για «έγκλημα» και για απόπειρα συγκάλυψης, επιμένοντας ότι ο στόχος της ομάδας που εκπροσωπεί είναι μια πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Μάλιστα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πολιτικής εκπροσώπησης, λέγοντας ότι για να αλλάξει κάτι ουσιαστικά, χρειάζεται παρουσία στη Βουλή.

Ο έλεγχος της ΑΑΔΕ και τα ερωτήματα

Ιδιαίτερη ένταση είχε το σημείο της συνέντευξης που αφορούσε τον φορολογικό έλεγχο στον σύλλογο συγγενών. Η Καρυστιανού υποστήριξε ότι η κίνηση αυτή δεν προκλήθηκε από εσωτερική καταγγελία, αλλά αποτέλεσε – όπως ισχυρίστηκε – στοχευμένη ενέργεια εκφοβισμού.

Στο στόχαστρό της βρέθηκε ο διοικητής της Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, Γιώργος Πιτσιλής, καθώς – όπως ανέφερε – δεν έχει δοθεί απάντηση για τους λόγους που ξεκίνησε ο έλεγχος. Παράλληλα, έθεσε δημόσια ερωτήματα για το αν έχουν πραγματοποιηθεί αντίστοιχοι έλεγχοι σε κομματικά ταμεία και οικονομικές δομές πολιτικών σχηματισμών.

Η ρητορική της κινήθηκε σε σαφές πολιτικό πλαίσιο, επιχειρώντας να συγκρίνει τη μεταχείριση ενός συλλόγου πολιτών με εκείνη μεγάλων κομματικών οργανισμών, θέτοντας ζήτημα ισονομίας.

Η συνάντηση «εκ μέρους του πρωθυπουργού»

Ένα από τα πιο φορτισμένα σημεία της συνέντευξης αφορούσε την περίοδο του 2023, όταν – όπως είπε – την προσέγγισε ο Γιώργος Σταμάτης δηλώνοντας ότι ενεργεί κατ’ εντολή του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Σύμφωνα με την περιγραφή της, της ζητήθηκε να διευκρινίσει τι χρειάζεται. Η απάντησή της, όπως ανέφερε, ήταν πως καμία υλική ή άλλη παροχή δεν μπορεί να αναπληρώσει την απώλεια ενός παιδιού. Εκείνο που ζητούσε – όπως είπε – ήταν δικαιοσύνη και πολιτική στάση που να μην καλύπτει ευθύνες.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Κώστα Καραμανλή, υποστηρίζοντας ότι της είχε μεταφερθεί πως δεν θα υπάρξει πολιτική στήριξη προς το πρόσωπό του. Ωστόσο, κατά τα λεγόμενά της, η μετέπειτα δημόσια εικόνα δεν επιβεβαίωσε αυτή τη διαβεβαίωση.

Περιέγραψε επίσης περιστατικό στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο, όπου – όπως είπε – δεν της επετράπη η είσοδος, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν εκεί ως συγγενής θύματος.

Οι εκταφές και η δικαστική διαδικασία

Το ζήτημα των εκταφών αποτέλεσε ακόμη ένα πεδίο αντιπαράθεσης. Η Καρυστιανού τόνισε ότι πρόκειται για αυστηρά προσωπική απόφαση κάθε οικογένειας και χαρακτήρισε ακατανόητη την κριτική που – όπως είπε – δέχονται όσοι επιλέγουν να ζητήσουν νέα πραγματογνωμοσύνη.

Κατά την άποψή της, η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να φωτίσει κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ενδεχομένως υπάρχουν στοιχεία που δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Μίλησε για καθυστερήσεις και για στάση της εισαγγελικής λειτουργίας που, όπως υποστήριξε, δεν ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα της υπόθεσης.

«Θέλω να δικαιώσω την κόρη μου»

Η πιο φορτισμένη στιγμή της συνέντευξης ήρθε όταν αναφέρθηκε στην προσωπική της απώλεια. Τρία χρόνια μετά την τραγωδία, δήλωσε ότι εξακολουθεί να μην έχει σαφή εικόνα για τις ακριβείς συνθήκες θανάτου της κόρης της. Το ερώτημα που διατύπωσε ήταν απλό αλλά βαρύ: θα περάσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να μάθει την αλήθεια;

Στην τοποθέτησή της έκανε λόγο για ένα σύστημα που – κατά την εκτίμησή της – παράγει ατιμωρησία και ανασφάλεια. Παράλληλα, κάλεσε τους πολίτες να κινητοποιηθούν χωρίς κομματικές ταυτότητες, ζητώντας μαζική παρουσία στις 28 Φεβρουαρίου.

Η ρητορική της κινήθηκε πέρα από το προσωπικό πένθος και απέκτησε καθαρά πολιτικά χαρακτηριστικά: μίλησε για την ανάγκη μιας «άλλης Ελλάδας», όπου – όπως είπε – η ασφάλεια και η λογοδοσία δεν θα αποτελούν ζητούμενα αλλά δεδομένα.

Το μήνυμά της ήταν ξεκάθαρο: η διεκδίκηση δεν σταματά εδώ. Για την ίδια, η δικαίωση της κόρης της ταυτίζεται με μια ευρύτερη αλλαγή στο θεσμικό και πολιτικό τοπίο της χώρας. Και, όπως δήλωσε, σκοπεύει να συνεχίσει μέχρι τέλους.