Καλοκαίρι στην Ελλάδα. Σε όλη τη χώρα, από τις πλατείες νησιών μέχρι τις αυλές δημοτικών σχολείων και αίθουσες πολιτιστικών κέντρων, οι εκθέσεις ζωγραφικής ξεφυτρώνουν σαν πολύχρωμα άνθη. Είναι η εποχή που η τέχνη βγαίνει στους δρόμους. Όμως τι συμβαίνει όταν ένας καλλιτέχνης βρίσκεται έξω από τα τείχη της «επίσημης» τέχνης;
Ο Βαγγέλης Ευαγγελάτος μάς χαρίζει ένα κείμενο από τη «Γραμμή του Χρωστήρα», που δεν είναι απλώς λογοτεχνία για την τέχνη. Είναι η ίδια η τέχνη που μιλάει με ανθρώπινη φωνή, ακατέργαστη, αυθεντική, ειλικρινής.
«Το σχήμα είναι το όνομα του πράγματος», έλεγε κάποτε ένας μεγάλος ζωγράφος, και η φράση αυτή καρφώθηκε μέσα του. Ποιος ορίζει όμως το σωστό σχήμα; Και ποιος αποφασίζει τι είναι “λάθος”, όταν ακόμη και το λάθος μπορεί να έχει χάρη;
Αυτός ο καλλιτέχνης, περιθωριακός μεν αλλά αληθινός, ένιωσε πως η γλύκα της πινελιάς μπορεί να ξεπεράσει την τεχνική. Ότι η εσωτερικότητα, αν αφεθεί να ξεχυθεί, γίνεται χειροπιαστή τέχνη.
Ήθελε να περάσει μέσα από τα «σύρματα» που χωρίζουν τον κόσμο των γκαλερί από αυτόν των απλών ανθρώπων. Όχι για τον τίτλο – στην Ελλάδα, ό,τι δηλώσεις είσαι, όπως λέει – αλλά για να συνομιλήσει με την ίδια την τέχνη. Όχι για να «ανήκει» σε κάποιο ρεύμα, αλλά για να συγκινηθεί εκεί που οι άλλοι προσπερνούν.
Στους πίνακες δεν έψαχνε το τέλειο. Έψαχνε τη γραμμή. Τη γραμμή που γίνεται φύλλο, αυτί, καρίνα πλοίου, πίσω μέρος ενός τρένου που χάνεται στον ορίζοντα. Τη γραμμή που μιλάει χωρίς λέξεις.
Και τότε, πήρε την απόφαση. Μάζεψε ό,τι είχε και δεν είχε, και ταξίδεψε να δει από κοντά τα έργα των μεγάλων: Νταϊρέν, Πικάσο, Βαν Γκογκ. Όχι από θαυμασμό, αλλά για να καταλάβει πώς ζωγραφίζουν εκείνοι που τόλμησαν πρώτοι.
«Ίσως δεν διάλεξα ποτέ την τέχνη. Απλώς συγκινήθηκα εκεί που άλλοι προσπερνούσαν, και κάθισα.»
Αυτό είναι το απόσταγμα της σκέψης του. Κι ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πράξη τέχνης: να σταθείς.



