Φορολογικό σοκ: Γιατί μια φορολογούμενη καλείται να πληρώσει πάνω από 49.000€ παρά την ένστασή της

Μια υπόθεση που φανερώνει πώς λειτουργεί το ελληνικό φορολογικό πλαίσιο ήρθε πρόσφατα στο φως μέσα από την απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ). Μια φορολογούμενη, η οποία θεώρησε ότι είχε υπερχρεωθεί με φόρο εισοδήματος, κατέθεσε προσφυγή με την ελπίδα να μειώσει το ποσό. Όμως η τελική έκβαση της υπόθεσης ήταν απογοητευτική: η προσφυγή απορρίφθηκε και ο φόρος που της είχε καταλογιστεί –σχεδόν 50.000 ευρώ– επικυρώθηκε στο ακέραιο.

Πώς ξεκίνησε η διαμάχη

Όλα άρχισαν με την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης για το οικονομικό έτος 2022. Σύμφωνα με την αρχική καταχώριση, η φορολογούμενη εμφανίστηκε να έχει υπεραξία ύψους 327.276 ευρώ από την πώληση μεριδίων εταιρείας. Από το ποσό αυτό προέκυψε φόρος εισοδήματος 49.323 ευρώ.

Η ίδια, όμως, δεν άργησε να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα. Υπέβαλε τροποποιητική δήλωση, μειώνοντας την υπεραξία σε μόλις 15.868 ευρώ. Το βασικό της επιχείρημα ήταν πως η πραγματική τιμή που είχε πληρώσει για την αγορά των μεριδίων ήταν αρκετά μεγαλύτερη από την αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας – άρα, κατά την άποψή της, ο υπολογισμός του κέρδους και κατ’ επέκταση του φόρου έπρεπε να γίνει διαφορετικά.

Σιωπηρή απόρριψη και νέα προσφυγή

Η φορολογούμενη απευθύνθηκε αρχικά στο Κέντρο Φορολογουμένων ΔΕ Αττικής, ζητώντας να ληφθεί υπόψη η τροποποιημένη δήλωσή της. Ωστόσο, δεν έλαβε καμία απάντηση μέσα στην τρίμηνη προθεσμία. Στην ελληνική διοικητική πρακτική, όταν η αρχή δεν ανταποκρίνεται, αυτό ισοδυναμεί με σιωπηρή απόρριψη.

Μη έχοντας άλλη επιλογή, η πολίτης κατέθεσε ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, δηλαδή στον θεσμό που εξετάζει τέτοιου είδους υποθέσεις πριν αυτές φτάσουν στα δικαστήρια.

Τι λέει ο νόμος

Η ΔΕΔ εξέτασε λεπτομερώς τα στοιχεία και κατέληξε σε μια ξεκάθαρη διαπίστωση: οι ισχυρισμοί της φορολογούμενης δεν είχαν νομικό έρεισμα.

Το νομικό πλαίσιο είναι σαφές. Βάσει του άρθρου 42 του Ν. 4172/2013 και της ερμηνευτικής εγκυκλίου ΠΟΛ 1032/2015, για μη εισηγμένους τίτλους –όπως είναι τα εταιρικά μερίδια– η τιμή κτήσης προσδιορίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Συγκεκριμένα, λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ποσό μεταξύ της λογιστικής αξίας των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας και του ποσού που αναφέρεται στη σύμβαση μεταβίβασης.

Με απλά λόγια, ακόμα κι αν κάποιος πλήρωσε στην πράξη υψηλότερο τίμημα για να αγοράσει τα μερίδια, το ελληνικό φορολογικό σύστημα δεν το αναγνωρίζει ως βάση υπολογισμού. Η νομοθεσία ακολουθεί τον αυστηρό κανόνα του «μικρότερου ποσού», ώστε να υπάρχει αντικειμενικότητα και διαφάνεια.

Το τελικό αποτέλεσμα

Με βάση αυτόν τον κανόνα, η ΔΕΔ δεν είχε περιθώρια να αποδεχθεί την επιχειρηματολογία της φορολογούμενης. Έτσι, η προσφυγή απορρίφθηκε και ο φόρος των 49.323 ευρώ που είχε ήδη καταλογιστεί παρέμεινε σε ισχύ.

Η απόφαση αυτή έφερε την υπόθεση σε αδιέξοδο για την ενδιαφερόμενη. Αν θελήσει να συνεχίσει, η μόνη της επιλογή πλέον είναι η δικαστική οδός, κάτι που συνεπάγεται χρόνο, κόστος και αβεβαιότητα ως προς την έκβαση.

Τι σημαίνει αυτό για τους φορολογούμενους

Η συγκεκριμένη υπόθεση λειτουργεί σαν «μάθημα» για όσους προχωρούν σε αγοραπωλησίες μη εισηγμένων τίτλων. Δείχνει πως, ανεξάρτητα από το πόσο πραγματικά επενδύει κάποιος, οι φορολογικές αρχές εφαρμόζουν συγκεκριμένους μαθηματικούς κανόνες για τον υπολογισμό υπεραξίας.

Ένας επενδυτής μπορεί να θεωρεί ότι έχει καταβάλει μεγαλύτερο τίμημα και άρα το κέρδος του είναι μικρότερο, όμως το κράτος βλέπει την εικόνα μέσα από τον φακό της νομοθεσίας. Το αποτέλεσμα συχνά οδηγεί σε δυσάρεστες εκπλήξεις, όπως αυτή που βίωσε η εν λόγω φορολογούμενη.

Ένα ευρύτερο πρόβλημα

Η ιστορία αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Πολλοί φορολογούμενοι έρχονται αντιμέτωποι με ανάλογες περιπτώσεις, όπου η πραγματικότητα της αγοράς δεν «κουμπώνει» με τον τρόπο που λειτουργεί η φορολογική νομοθεσία. Το αποτέλεσμα είναι συγκρούσεις, ενστάσεις, προσφυγές και, εν τέλει, απογοητεύσεις.

Παράλληλα, αναδεικνύεται και το ζήτημα της γραφειοκρατίας. Το γεγονός ότι η αρχική υπηρεσία δεν απάντησε μέσα στην προθεσμία των τριών μηνών, οδηγώντας σε σιωπηρή απόρριψη, είναι ενδεικτικό της δυσλειτουργίας που συχνά ταλαιπωρεί τους πολίτες.

Συμπέρασμα

Η υπόθεση της συγκεκριμένης φορολογούμενης δείχνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο πόσο δύσκολο είναι να αμφισβητήσει κανείς έναν φόρο όταν το νομικό πλαίσιο είναι αυστηρά καθορισμένο. Ακόμη και αν υπάρχει η αίσθηση αδικίας, οι φορολογικές αρχές κινούνται με βάση συγκεκριμένους κανόνες που δεν αφήνουν περιθώρια ερμηνείας.

Η ιστορία αυτή είναι προειδοποιητική: πριν από οποιαδήποτε επένδυση ή μεταβίβαση τίτλων, καλό είναι να συμβουλεύεται κανείς εξειδικευμένο φοροτεχνικό ή νομικό. Διαφορετικά, ο κίνδυνος να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα «φορολογικό σοκ» δεκάδων χιλιάδων ευρώ είναι απολύτως υπαρκτός.