Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία έχουν πλέον εξελιχθεί σε μια εκρηκτική βόμβα για την ελληνική οικονομία, καθώς αυξάνονται με ρυθμούς που θυμίζουν χιονοστιβάδα. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης βλέπει το πρόβλημα να γιγαντώνεται μήνα με τον μήνα, πιέζοντας νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Η συσσώρευση οφειλών δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν οικονομικό δείκτη· είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει την κοινωνική συνοχή, εντείνει την ανασφάλεια και μπλοκάρει την ανάπτυξη.
Μπροστά στη δραματική αυτή εξέλιξη, σχεδιάζεται ένα νέο μοντέλο ρυθμίσεων που θα έχει ως βασικό του γνώρισμα την προσαρμοστικότητα. Το υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με την ΑΑΔΕ θέλει να εγκαταλείψει τις οριζόντιες λύσεις του παρελθόντος και να περάσει σε ένα σύστημα που θα «κουμπώνει» στις πραγματικές δυνατότητες του κάθε οφειλέτη. Αυτό σημαίνει ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν θα αντιμετωπίζουν όλους με τον ίδιο τρόπο, αλλά θα εξετάζουν λεπτομερώς το εισόδημα, τα περιουσιακά στοιχεία, ακόμη και το ιστορικό συνέπειας σε προηγούμενες ρυθμίσεις.
Με βάση τον πρώτο σχεδιασμό, οι νέες δόσεις θα κινούνται εντός ενός εύρους που ξεκινά από 48 και μπορεί να φθάσει τις 120, δημιουργώντας ένα πιο ρεαλιστικό περιβάλλον αποπληρωμής. Στόχος είναι να σταματήσει ο φαύλος κύκλος «μπαίνω στη ρύθμιση – δεν προλαβαίνω να την πληρώσω – τη χάνω», που έχει οδηγήσει σε τεράστιους όγκους ανεξόφλητων φόρων.
Στο πακέτο θα ενταχθούν και οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, οι οποίες επίσης αυξάνονται με τρομακτική ταχύτητα και πλέον πλησιάζουν το όριο των 50 δισ. ευρώ. Η διεύρυνση του μέτρου είναι κρίσιμη, καθώς το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο φορολογικό σκέλος αλλά επηρεάζει συνολικά το χρηματοδοτικό ισοζύγιο των μικρών επιχειρήσεων και την ίδια τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Παρά τα εργαλεία που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια – όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός ή οι πολυάριθμες ρυθμίσεις με δεκάδες δόσεις – η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη. Αν και χιλιάδες πολίτες βρήκαν προσωρινή διέξοδο, το συνολικό πρόβλημα μοιάζει ανεπηρέαστο. Τα ρυθμισμένα ποσά αποτελούν μικρό μόνο τμήμα των συνολικών οφειλών και το χρέος διογκώνεται συνεχώς, με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ νέων οφειλών να προστίθενται κάθε μήνα.
Τους τελευταίους μήνες, τόσο το Υπουργείο Οικονομικών όσο και η ΑΑΔΕ παρουσιάζουν αριθμούς που δείχνουν αυξημένη συμμετοχή στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Ωστόσο, πίσω από τις ανακοινώσεις αυτές κρύβεται μια πολύ πιο δύσκολη εικόνα: οικογένειες που δεν μπορούν να καλύψουν βασικές φορολογικές υποχρεώσεις, επαγγελματίες που βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης και μικρές επιχειρήσεις που απειλούνται καθημερινά με λουκέτο.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία ανήλθαν στα 112,5 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο, ενώ μόνο στο πρώτο δεκάμηνο του έτους προστέθηκαν ακόμη 7,8 δισ. ευρώ. Αυτή η αύξηση αποκαλύπτει ότι η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί και τα σημερινά εργαλεία δεν επαρκούν για να ανακόψουν την καθοδική πορεία.
Ιδιαίτερα προβληματικές έχουν αποδειχθεί οι ρυθμίσεις των 8 έως 24 δόσεων, οι οποίες συχνά δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των οφειλετών. Πολλοί εισέρχονται σε αυτές μόνο και μόνο για να αποφύγουν την επιβολή αναγκαστικών μέτρων, πληρώνουν μία-δύο δόσεις και τελικά τις εγκαταλείπουν, καθώς το ποσό της μηνιαίας καταβολής είναι δυσβάσταχτο. Η εμπειρία δείχνει ότι μικρές ρυθμίσεις σε περιβάλλον υψηλών χρεών αποτελούν απλώς μια «ανάσα» με ημερομηνία λήξης.
Γι’ αυτό και στο Υπουργείο Οικονομικών θεωρούν επιβεβλημένο να διαμορφωθεί μια νέα δέσμη ρυθμίσεων που θα αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και της κοινωνίας. Η φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη: μια ρύθμιση πρέπει να είναι εφαρμόσιμη στην πράξη, διαφορετικά μετατρέπεται σε ακόμη ένα γραφειοκρατικό εργαλείο χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Με πιο προσαρμοσμένες μηνιαίες δόσεις, οι οφειλέτες θα μπορούν όχι μόνο να παραμείνουν συνεπείς αλλά και να εξυπηρετούν ταυτόχρονα τις τρέχουσες υποχρεώσεις τους, κάτι που θα αυξήσει τη σταθερή ροή εσόδων προς το κράτος.
Το επόμενο διάστημα θα συνεχιστούν οι συζητήσεις με φορείς της αγοράς, επιμελητήρια και επαγγελματικές ενώσεις, ώστε οι τελικές αποφάσεις να έχουν ληφθεί μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου ή, το αργότερο, στις αρχές Μαρτίου. Η κυβέρνηση θέλει οι νέες ρυθμίσεις να τεθούν σε εφαρμογή εντός του επόμενου έτους και να βοηθήσουν ουσιαστικά στην ενίσχυση των δημοσίων εσόδων, αλλά και στην αποσυμφόρηση εκατοντάδων χιλιάδων φορολογουμένων.
Εάν το νέο μοντέλο ρυθμίσεων καταφέρει να προσφέρει ρεαλιστικούς και βιώσιμους τρόπους αποπληρωμής, τότε θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα για την επανεκκίνηση τόσο της οικονομίας όσο και της ψυχολογίας των πολιτών. Γιατί όταν το χρέος πάψει να είναι βρόχος στον λαιμό των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, τότε μπορεί πραγματικά να υπάρξει χώρος για ανάπτυξη, επενδύσεις και αισιοδοξία.


