Η κυβέρνηση προβάλλει τις τελευταίες επιχειρήσεις κατά της φοροδιαφυγής και του οικονομικού εγκλήματος ως απόδειξη ότι η νομιμότητα αποκαθίσταται. Όμως, η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από τις υποθέσεις που προσφέρονται για επικοινωνιακή αξιοποίηση. Υπάρχουν και εκείνες που αγγίζουν τον πυρήνα της εξουσίας, τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, την ασφάλεια των πολιτών και τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Και γι’ αυτές οι απαντήσεις παραμένουν το μεγάλο ζητούμενο.
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση εμφανίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης να προβάλλει τη δράση των ελεγκτικών και διωκτικών μηχανισμών απέναντι στη φοροδιαφυγή και στο οργανωμένο οικονομικό έγκλημα.
Οι πρόσφατες υποθέσεις που απασχόλησαν τη δημοσιότητα, με αναφορές στις επιχειρηματικές επωνυμίες Pizza Fan και «Χωριάτικο», αλλά και οι καταγγελίες για χειραγώγηση αθλητικών αγώνων, προσφέρουν στην κυβέρνηση την ευκαιρία να παρουσιάσει μια εικόνα αποφασιστικής αντιμετώπισης της παρανομίας.
Ασφαλώς, κάθε επιτυχία των αρμόδιων αρχών είναι σημαντική. Κάθε υπόθεση φοροδιαφυγής που αποκαλύπτεται, κάθε παράνομο δίκτυο που εξαρθρώνεται και κάθε ευρώ που επιστρέφει στα δημόσια ταμεία αποτελεί θετική εξέλιξη.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην αποτελεσματική λειτουργία του κράτους και στην πολιτική εκμετάλλευση αυτής της λειτουργίας.
Οι έλεγχοι δεν αποτελούν κυβερνητική χάρη προς τους πολίτες. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας.
Και το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας δεν είναι πόσες υποθέσεις ανακοινώνονται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά πόσες παρανομίες προλαμβάνονται, πόσες ερευνώνται χωρίς εξαιρέσεις και πόσες καταλήγουν σε ουσιαστική απόδοση ευθυνών.
Οι έλεγχοι είναι υποχρέωση, όχι κυβερνητικό παράσημο
Όταν αποκαλύπτεται μια μεγάλη υπόθεση οικονομικού εγκλήματος, το πρώτο ερώτημα δεν μπορεί να είναι ποιος υπουργός θα πιστωθεί την επιτυχία.
Το πρώτο ερώτημα πρέπει να είναι πώς λειτουργούσε το συγκεκριμένο σύστημα, για πόσο χρονικό διάστημα και γιατί δεν είχε εντοπιστεί νωρίτερα.
Εάν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί διαθέτουν πλέον προηγμένα ψηφιακά εργαλεία, διασταυρώσεις δεδομένων και αλγοριθμικά συστήματα ανίχνευσης ύποπτων συναλλαγών, τότε οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν πόσο αποτελεσματικά αξιοποιούνται.
Επίσης, όταν καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη μιας υπόθεσης διαδραματίζουν καταγγελίες εργαζομένων ή πληροφορίες προς τις διωκτικές αρχές, προκύπτει ένα πρόσθετο ερώτημα: θα είχε εντοπιστεί η παρανομία χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις;
Αυτό δεν μειώνει την επιτυχία των αστυνομικών ή των ελεγκτικών υπηρεσιών. Αντιθέτως, αναδεικνύει τη σημασία της ανεξάρτητης λειτουργίας τους.
Οι επιχειρήσεις των διωκτικών αρχών πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα πραγματικά αποτελέσματα και την εξέλιξη των δικαστικών διαδικασιών, χωρίς να προεξοφλείται η ενοχή προσώπων ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στις σχετικές έρευνες.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να αμφισβητηθεί η ανάγκη των ελέγχων. Είναι να μη μετατρέπεται κάθε αστυνομική επιχείρηση σε επικοινωνιακό παράσημο του Μεγάρου Μαξίμου.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Όταν τα ερωτήματα φτάνουν στο δημόσιο χρήμα
Η εικόνα γίνεται πολύ πιο σύνθετη όταν η συζήτηση μεταφέρεται από τη φοροδιαφυγή στις υποθέσεις που αφορούν τη διαχείριση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει αναδείξει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο κατανομής αγροτικών επιδοτήσεων, την επάρκεια των ελέγχων και τις ενδεχόμενες πολιτικές ή διοικητικές ευθύνες.
Εδώ δεν αρκεί μια γενική διαβεβαίωση ότι οι αρμόδιες αρχές κάνουν τη δουλειά τους.
Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν πώς ήταν δυνατόν να εμφανίζονται προβλήματα σε έναν μηχανισμό διαχείρισης τόσο σημαντικών ευρωπαϊκών κονδυλίων, ποιοι είχαν την ευθύνη εποπτείας και ποιες αλλαγές έχουν γίνει ώστε να μην επαναληφθούν αντίστοιχα φαινόμενα.
Κυρίως, χρειάζεται να διερευνηθεί χωρίς πολιτικές εξαιρέσεις κάθε ενδεχόμενη εμπλοκή προσώπων που συνδέονται με την εξουσία.
Η διαφθορά δεν γίνεται λιγότερο σοβαρή όταν η διερεύνησή της δημιουργεί πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση.
Αντιθέτως, τότε ακριβώς δοκιμάζεται η πραγματική προσήλωση στη νομιμότητα.
Τέμπη: Η ασφάλεια των πολιτών δεν προσφέρεται για επικοινωνιακούς συμψηφισμούς
Ακόμη βαρύτερο είναι το ζήτημα της τραγωδίας των Τεμπών.
Η απώλεια 57 ανθρώπων, τα ερωτήματα για την κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου, τις ελλείψεις στα συστήματα ασφαλείας και τους χειρισμούς που ακολούθησαν αποτελούν μια ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά να αξιολογείται συνολικά ως αποτελεσματική απέναντι στην παρανομία, χωρίς να απαντά με την ίδια αποφασιστικότητα στα ερωτήματα που αφορούν την ασφάλεια των μεταφορών και τη λογοδοσία των αρμόδιων προσώπων.
Η δικαστική διερεύνηση πρέπει να προχωρά ανεξάρτητα και χωρίς προεξόφληση ευθυνών.
Ωστόσο, η πολιτική ευθύνη δεν ταυτίζεται πάντοτε με την ποινική ευθύνη.
Μια κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί τι γνώριζε για τα προβλήματα ασφαλείας, ποιες παρεμβάσεις είχαν προγραμματιστεί, ποιες καθυστέρησαν και τι έχει αλλάξει ουσιαστικά μετά την τραγωδία.
Η προστασία της ανθρώπινης ζωής αποτελεί την πρώτη υποχρέωση του κράτους. Δεν μπορεί να υποβαθμίζεται μέσα σε μια γενικότερη συζήτηση περί κυβερνητικών επιτυχιών.
Υποκλοπές και Predator: Η νομιμότητα κρίνεται και στον πυρήνα της εξουσίας
Η υπόθεση των υποκλοπών και του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator ανέδειξε ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου κρίσιμο πεδίο: την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Οι αποκαλύψεις για παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και άλλων πολιτών προκάλεσαν σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία των μηχανισμών εποπτείας και την αποτελεσματικότητα των θεσμικών εγγυήσεων.
Η διαφάνεια δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται η αυστηρότητα του κράτους απέναντι στον φοροφυγά, ενώ ζητήματα που αφορούν την προστασία των επικοινωνιών και τη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικές πολιτικές εκκρεμότητες.
Η ουσιαστική διερεύνηση, η λογοδοσία και η θεσμική θωράκιση αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Ταμείο Ανάκαμψης: Ποιοι ωφελήθηκαν και με ποιους όρους;
Σημαντικά ερωτήματα υπάρχουν και για την κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Πρόκειται για χρηματοδοτήσεις που επηρεάζουν την ανάπτυξη της οικονομίας, τη λειτουργία των επιχειρήσεων και τις προοπτικές της χώρας για πολλά χρόνια.
Γι’ αυτό και η διαφάνεια στην επιλογή των δικαιούχων, στις διαδικασίες ανάθεσης και στην υλοποίηση των έργων πρέπει να είναι απόλυτη.
Οι καταγγελίες για συγκέντρωση σημαντικών χρηματοδοτήσεων σε περιορισμένο αριθμό επιχειρηματικών ομίλων απαιτούν τεκμηριωμένο έλεγχο.
Δεν αρκεί να ανακοινώνεται ότι απορροφήθηκαν κονδύλια. Πρέπει να αποδεικνύεται ότι αξιοποιήθηκαν με διαφανείς διαδικασίες, πραγματικό ανταγωνισμό και μετρήσιμο όφελος για την κοινωνία.
Το ίδιο ισχύει και για την υπόθεση διαρροής προσωπικών δεδομένων εκλογέων προς την τότε ευρωβουλευτή Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, η οποία ανέδειξε σοβαρά ζητήματα προστασίας δεδομένων και θεσμικής ευθύνης.
Η αποτελεσματικότητα του κράτους δεν μετριέται μόνο από τις εισπράξεις του. Μετριέται και από τον σεβασμό στα δικαιώματα των πολιτών.
Δεν υπάρχουν δύο διαφορετικές νομιμότητες
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση.
Η κυβέρνηση θέλει να εμφανίζεται ως εγγυητής της νομιμότητας όταν οι διωκτικές αρχές αποκαλύπτουν κυκλώματα φοροδιαφυγής.
Όταν όμως η δημόσια συζήτηση αφορά υποθέσεις με πιθανές πολιτικές προεκτάσεις, οι απαιτήσεις για πλήρη διαφάνεια και λογοδοσία δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με διαφορετικά μέτρα.
Δεν μπορεί να υπάρχει μία νομιμότητα για τον μικρό επιχειρηματία, μία για τον μεγάλο οικονομικό παράγοντα και μία για όσους βρίσκονται κοντά στην πολιτική εξουσία.
Ούτε μπορεί η αντιμετώπιση της διαφθοράς να εξαντλείται σε επιλεγμένες περιπτώσεις που δημιουργούν θετικές εντυπώσεις.
Η κοινωνία χρειάζεται ανεξάρτητους θεσμούς, αποτελεσματικούς ελέγχους και ίση εφαρμογή του νόμου.
Χρειάζεται επίσης πρόληψη, ώστε η παρανομία να μην εντοπίζεται μόνο όταν έχει ήδη αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται αυτοθαυμασμό, αλλά λογοδοσία
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι αστυνομικοί, οι ελεγκτές και οι δικαστικές αρχές πρέπει να συνεχίσουν τη δουλειά τους.
Αντιθέτως, οφείλουν να διαθέτουν όλα τα απαραίτητα μέσα για να ερευνούν κάθε υπόθεση, ανεξάρτητα από το ποιον αφορά.
Εκείνο που δεν δικαιολογείται είναι η μετατροπή της αυτονόητης κρατικής υποχρέωσης σε επικοινωνιακή θριαμβολογία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του έχουν κάθε δικαίωμα να παρουσιάζουν τα αποτελέσματα της πολιτικής τους.
Έχουν, όμως, και την υποχρέωση να απαντούν στα δύσκολα ερωτήματα.
Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Για τα Τέμπη. Για τις υποκλοπές. Για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Για τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Γιατί η νομιμότητα δεν εφαρμόζεται α λα καρτ.
Και μια κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από τις υποθέσεις που επιλέγει να αναδείξει, αλλά και από εκείνες για τις οποίες η κοινωνία εξακολουθεί να απαιτεί απαντήσεις.
Οι πολίτες δεν χρειάζονται μια κυβέρνηση που αυτοθαυμάζεται επειδή οι αρχές κάνουν τη δουλειά τους. Χρειάζονται ένα κράτος που να ελέγχει εγκαίρως, να ερευνά ανεξάρτητα και να μη χαρίζεται σε κανέναν.



