Το μεγάλο «ξεσκαρτάρισμα» της Εφορίας: Χρέη 10 δισ. ευρώ μπαίνουν στο συρτάρι – Τι σημαίνει για φορολογούμενους και κράτος

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ετοιμάζεται να προχωρήσει σε μια από τις μεγαλύτερες «εκκαθαρίσεις» χρεών των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που περιλαμβάνεται στο Επιχειρησιακό της Σχέδιο, έως το τέλος του έτους θα τεθούν στο αρχείο οφειλές προς την Εφορία ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ. Πρόκειται για χρέη που, μετά από πολυετή έλεγχο, κρίνονται ουσιαστικά αδύνατο να εισπραχθούν, με αποτέλεσμα η ΑΑΔΕ να επιλέγει να στρέψει τις δυνάμεις της σε εκείνο το τμήμα των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχει πραγματικές πιθανότητες ανάκτησης.

Η εικόνα των χρεών προς το Δημόσιο παραμένει ιδιαίτερα βαριά. Το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών ξεπερνά τα 112 δισ. ευρώ, ωστόσο ένα σημαντικό μέρος αυτών δεν θεωρείται πλέον «πραγματικό». Ήδη η φορολογική διοίκηση έχει χαρακτηρίσει ως ανεπίδεκτα είσπραξης ποσά άνω των 27 δισ. ευρώ, περιορίζοντας το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο περίπου στα 85 δισ. ευρώ. Με την προσθήκη των νέων 10 δισ. ευρώ που θα αρχειοθετηθούν, το σύνολο των χρεών που θεωρούνται χαμένα θα υπερβεί τα 37 δισ. ευρώ, ενώ δεν αποκλείεται το νούμερο αυτό να αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια.

Ο λόγος είναι απλός: πολλά από τα συγκεκριμένα χρέη είναι ιδιαίτερα παλαιά και έχουν διογκωθεί υπέρμετρα λόγω προσαυξήσεων και προστίμων, χωρίς όμως να συνοδεύονται από αντίστοιχη περιουσιακή βάση των οφειλετών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οριστική διαγραφή οφειλών του παλαιού ΟΣΕ, ύψους 10,4 δισ. ευρώ, που μείωσε λογιστικά το συνολικό ανεξόφλητο ποσό.

Το Επιχειρησιακό Σχέδιο της ΑΑΔΕ προβλέπει ότι εντός του 2025 θα μπουν στο «καλάθι» των ανεπίδεκτων είσπραξης συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλών. Το μεγαλύτερο μέρος, σχεδόν 9,8 δισ. ευρώ, θα προέλθει από υποθέσεις που θα επιλεγούν και θα εξεταστούν από την Ειδική Μονάδα Είσπραξης. Παράλληλα, περίπου 200 εκατ. ευρώ θα χαρακτηριστούν από τις ΔΟΥ, τα Κέντρα Βεβαίωσης και Είσπραξης και το ΚΕΜΕΦ, ενώ μικρότερο ποσό, γύρω στα 5 εκατ. ευρώ, αφορά βεβαιωμένες οφειλές προς τα τελωνεία. Σημειώνεται ότι οι τελωνειακές υποθέσεις με οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ περνούν υποχρεωτικά από την Ειδική Μονάδα για αξιολόγηση.

Η διαδικασία δεν είναι αυτοματοποιημένη ούτε τυπική. Ανάλογα με το ύψος της οφειλής, αλλάζει και το επίπεδο της απόφασης. Για χρέη έως 300.000 ευρώ, την ευθύνη φέρει ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ ή τελωνειακής αρχής. Για μεγαλύτερα ποσά, έως 3 εκατ. ευρώ, απαιτείται απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, ενώ για οφειλές άνω των 3 εκατ. ευρώ, η εισήγηση γίνεται αποκλειστικά από την Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης. Σε περιπτώσεις βασικής οφειλής που υπερβαίνει το 1,5 εκατ. ευρώ, οι σχετικές πράξεις κοινοποιούνται και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Για να χαρακτηριστεί ένα χρέος ως ανεπίδεκτο είσπραξης, η νομοθεσία θέτει αυστηρές και σωρευτικές προϋποθέσεις. Πρέπει να έχει προηγηθεί εκτενής έρευνα χωρίς να εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνυπόχρεων προσώπων, να έχουν κινηθεί –όπου προβλέπεται– οι ποινικές διαδικασίες και να έχει συνταχθεί ειδική έκθεση ελέγχου από αρμόδιο ελεγκτή, που να τεκμηριώνει αντικειμενικά την αδυναμία είσπραξης.

Ακόμη και όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, ο νόμος επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση, τον χαρακτηρισμό μιας οφειλής ως ανεπίδεκτης, εφόσον η αξία αυτών είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το χρέος. Για τα ακίνητα, το όριο τίθεται στο 5% της βασικής οφειλής και σε κάθε περίπτωση έως 100.000 ευρώ. Αν η αξία υπερβαίνει το ποσό αυτό, τότε ανεπίδεκτο χαρακτηρίζεται μόνο το υπόλοιπο που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου της αξίας τους. Αντίστοιχα κριτήρια ισχύουν και για την κινητή περιουσία, με ανώτατο όριο τις 30.000 ευρώ.

Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει και για παλαιές υποθέσεις, όπως επιχειρήσεις που βρίσκονται σε ειδική εκκαθάριση για πάνω από μία δεκαετία ή περιπτώσεις θανόντων οφειλετών χωρίς περιουσία, όταν οι κληρονόμοι έχουν αποποιηθεί την κληρονομιά.

Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός ενός χρέους ως ανεπίδεκτου δεν σημαίνει «συγχώρεση». Για διάστημα δέκα ετών παγώνει η παραγραφή, δεν χορηγείται φορολογική ενημερότητα και δεσμεύονται τραπεζικοί λογαριασμοί και θυρίδες. Με άλλα λόγια, το κράτος αποδέχεται ότι δεν μπορεί να εισπράξει άμεσα, αλλά διατηρεί όλα τα δικαιώματά του σε βάθος χρόνου, εάν αλλάξουν οι συνθήκες.