Ένα σημαντικό οικονομικό βοήθημα, το οποίο πολλοί συνταξιούχοι του Δημοσίου είτε δεν γνωρίζουν είτε δεν έχουν κατανοήσει πλήρως, αφορά το επίδομα νόσου και ανικανότητας. Πρόκειται για παροχή που προβλέπεται ρητά από την ισχύουσα νομοθεσία, αλλά συνοδεύεται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εξαιρέσεις και περιπτώσεις προσαύξησης, οι οποίες συχνά δημιουργούν σύγχυση.
Η βάση για τη χορήγηση του επιδόματος βρίσκεται στο άρθρο 54 του Προεδρικού Διατάγματος 169/2007. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, δικαίωμα στο επίδομα έχουν πρώην δημόσιοι υπάλληλοι που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους με παραίτηση και ταυτόχρονα πάσχουν από σοβαρό νόσημα, το οποίο περιλαμβάνεται στις παθήσεις που αναγνωρίζει ο νόμος ως επιλέξιμες. Δεν αρκεί, δηλαδή, οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, αλλά απαιτείται συγκεκριμένη κατηγορία νόσου, όπως αυτή ορίζεται από τις αρμόδιες διατάξεις.
Παράλληλα, στο πεδίο εφαρμογής του επιδόματος εντάσσονται και οι συνταξιούχοι που αποχώρησαν λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας, εφόσον αυτή δεν σχετίζεται με την υπηρεσία τους. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η νομοθεσία προβλέπει σαφή μείωση του ποσού. Το επίδομα καταβάλλεται στο 50% του κανονικού ύψους του, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι υπάρχει επίσημη γνωμάτευση από την αρμόδια Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή. Η γνωμάτευση αυτή δεν πιστοποιεί μόνο τη νόσο, αλλά και τον βαθμό στον οποίο έχει περιοριστεί η ικανότητα για εργασία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις στις οποίες το επίδομα δεν περιορίζεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται. Η νομοθεσία προβλέπει προσαύξηση κατά 50% σε ορισμένες εξαιρετικές συνθήκες, αναγνωρίζοντας το αυξημένο κόστος και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες κατηγορίες συνταξιούχων. Μία τέτοια περίπτωση αφορά όσους συνταξιοδοτήθηκαν λόγω φυματίωσης ή νόσου φυματιώδους αιτιολογίας. Η σοβαρότητα και η μακροχρόνια φύση των παθήσεων αυτών δικαιολογούν, σύμφωνα με τον νόμο, την επιπλέον οικονομική ενίσχυση.
Η ίδια προσαύξηση εφαρμόζεται και όταν έχει διαπιστωθεί ποσοστό αναπηρίας ίσο ή μεγαλύτερο του 80%. Ωστόσο, το υψηλό ποσοστό αναπηρίας από μόνο του δεν αρκεί. Απαιτείται επιπλέον πιστοποίηση, μέσω γνωμάτευσης της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, ότι ο συνταξιούχος δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές καθημερινές του ανάγκες χωρίς τη διαρκή βοήθεια τρίτου προσώπου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κράτος αναγνωρίζει έμπρακτα την ανάγκη για αυξημένη στήριξη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα της πιστοποίησης της αναπηρίας, καθώς εδώ παρατηρούνται συχνά παρερμηνείες. Οι συνταξιούχοι του Δημοσίου που διαθέτουν ήδη γνωμάτευση από την Ανώτατη Στρατιωτική Υγειονομική Επιτροπή (Α.Σ.Υ.Ε.) δεν υποχρεούνται να περάσουν εκ νέου από Υγειονομική Επιτροπή των ΚΕ.Π.Α. για τη χορήγηση του επιδόματος ανικανότητας. Η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε. θεωρείται επαρκής και πλήρως αποδεκτή, γεγονός που απλοποιεί σημαντικά τη διαδικασία για την κατηγορία αυτή των συνταξιούχων.
Στον αντίποδα, υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες, παρά την ύπαρξη σοβαρής αναπηρίας, η προσαύξηση δεν χορηγείται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι συνταξιούχοι του Δημοσίου που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου μετά την 1η Ιανουαρίου 1993. Ακόμη και αν διαθέτουν γνωμάτευση ΚΕ.Π.Α. που βεβαιώνει την ανάγκη συνεχούς επίβλεψης και συμπαράστασης από τρίτο πρόσωπο, η νομοθεσία αποκλείει ρητά την προσαύξηση της σύνταξής τους.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το επίδομα νόσου και ανικανότητας δεν αποτελεί μια οριζόντια παροχή, αλλά ένα αυστηρά ρυθμισμένο βοήθημα με συγκεκριμένα κριτήρια. Η σωστή ενημέρωση και η κατανόηση των λεπτομερειών της νομοθεσίας μπορούν να κάνουν τη διαφορά για χιλιάδες συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι ενδέχεται είτε να δικαιούνται υψηλότερο ποσό είτε να γνωρίζουν εκ των προτέρων τους περιορισμούς που ισχύουν στην περίπτωσή τους.


