Μια ιδιαίτερα κρίσιμη αλλαγή στο πλαίσιο ρύθμισης οφειλών προς τους δήμους φέρνει η τροποποίηση του άρθρου 26 του ν. 5143/2024, ανοίγοντας για πρώτη φορά ξεκάθαρα την πόρτα του εξωδικαστικού μηχανισμού και σε οφειλέτες που μέχρι σήμερα θεωρούσαν ότι έχουν «κλειδώσει» εκτός διαδικασίας λόγω κατασχέσεων, δεσμεύσεων ή άλλων μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η νέα ρύθμιση δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διόρθωση. Πρόκειται για ουσιαστική αναμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι δημοτικές οφειλές, εντάσσοντάς τες λειτουργικά στον εξωδικαστικό μηχανισμό του ν. 4738/2020 και προσφέροντας πραγματικές δυνατότητες ανακούφισης σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που βρίσκονται υπό έντονη οικονομική πίεση.
Τι αλλάζει στην πράξη
Μέχρι πρότινος, η ύπαρξη κατασχέσεων ή άλλων αναγκαστικών μέτρων από δήμους λειτουργούσε αποτρεπτικά, αν όχι απαγορευτικά, για την ένταξη στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Πλέον, το τοπίο αλλάζει ριζικά: η νέα διάταξη προβλέπει ρητά ότι ακόμα και αν έχουν ήδη επιβληθεί τέτοια μέτρα, ο οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση υπαγωγής.
Με απλά λόγια, κατασχέσεις, δεσμεύσεις λογαριασμών ή ασφαλιστικά μέτρα δεν μπλοκάρουν πια τη διαδικασία. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός καθίσταται πραγματικά προσβάσιμος, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η οφειλή βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο είσπραξης.
Ο ρόλος της Φορολογικής Διοίκησης ενισχύεται
Ένα ακόμη κομβικό στοιχείο της τροποποίησης είναι η αποσαφήνιση του ρόλου της Φορολογικής Διοίκησης. Οι οφειλές προς δήμους που υπάγονται στον εξωδικαστικό μηχανισμό βεβαιώνονται πλέον στη Φορολογική Διοίκηση ως ενιαίο σύνολο απαιτήσεων — συμπεριλαμβανομένου του αρχικού ποσού, των προστίμων και των προσαυξήσεων.
Αν και οι οφειλές αυτές εξακολουθούν να ανήκουν ουσιαστικά στους δήμους ή στα νομικά τους πρόσωπα, για τις ανάγκες της ρύθμισης αντιμετωπίζονται ως χρέη προς το Δημόσιο. Αυτό επιτρέπει την πλήρη εφαρμογή των εργαλείων του εξωδικαστικού μηχανισμού, με ενιαία διαχείριση και σαφείς κανόνες.
Σε περίπτωση επιτυχούς ρύθμισης και είσπραξης ποσών, η ΑΑΔΕ παρακρατά ποσοστό 5% και αποδίδει το υπόλοιπο στον δικαιούχο δήμο ή νομικό πρόσωπο, εντός προθεσμίας 60 ημερών. Η επιμήκυνση αυτής της προθεσμίας προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στη διαδικασία απόδοσης των εσόδων.
Αναστολή και άρση αναγκαστικών μέτρων
Το πιο «δυνατό χαρτί» της νέας ρύθμισης είναι η σαφής πρόβλεψη για την τύχη των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης. Από τη στιγμή που υποβάλλεται οριστικά αίτηση υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό, ενεργοποιείται το καθεστώς αναστολής των μέτρων, όπως ακριβώς ισχύει και για τους λοιπούς πιστωτές του μηχανισμού.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι με την υπογραφή σύμβασης αναδιάρθρωσης, τα ήδη ληφθέντα μέτρα — κατασχέσεις, δεσμεύσεις ή διασφαλιστικά μέτρα — αίρονται. Αυτό προσφέρει ουσιαστική «ανάσα» ρευστότητας στους οφειλέτες και δημιουργεί τις συνθήκες για μια πραγματικά βιώσιμη ρύθμιση.
Βέβαια, η προστασία αυτή δεν είναι άνευ όρων. Σε περίπτωση ακύρωσης ή ανατροπής της σύμβασης αναδιάρθρωσης, ο δήμος επανέρχεται άμεσα στη λήψη όλων των προβλεπόμενων μέτρων είσπραξης.
Τι ισχύει αν κινηθεί τρίτος πιστωτής
Η τροποποίηση προβλέπει επίσης το σενάριο επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης από τρίτο πιστωτή. Σε αυτή την περίπτωση, ο δήμος ή το νομικό του πρόσωπο παρεμβαίνει ως δανειστής στη διαδικασία, διασφαλίζοντας τα συμφέροντά του.
Παράλληλα, διατηρείται ρητά η αποκλειστική αρμοδιότητα του δήμου στη διαχείριση των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης που αφορούν τις συγκεκριμένες οφειλές, αποφεύγοντας αλληλοεπικαλύψεις και νομική ασάφεια.
Συμπέρασμα
Η τροποποίηση του άρθρου 26 σηματοδοτεί μια σαφή στροφή προς μια πιο ρεαλιστική και λειτουργική αντιμετώπιση των δημοτικών οφειλών. Για χιλιάδες οφειλέτες που μέχρι σήμερα θεωρούσαν ότι έχουν «καεί» λόγω κατασχέσεων, ανοίγει πλέον ένας θεσμικά ασφαλής δρόμος ρύθμισης.
Δεν πρόκειται απλώς για διευκόλυνση, αλλά για ουσιαστικό εργαλείο οικονομικής επανεκκίνησης — τόσο για τους οφειλέτες όσο και για τους ίδιους τους δήμους, που αυξάνουν τις πιθανότητες πραγματικής είσπραξης των απαιτήσεών τους.


