Άρθρο πολιτικής κριτικής | Kefalonia Magazine
Μια έμμεση αιχμή του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τον Αντώνη Σαμαρά, από το Κιλκίς, επαναφέρει στο προσκήνιο μια ιστορική λεπτομέρεια που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: ο σημερινός πρωθυπουργός υπήρξε υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά. Και μάλιστα σε ένα από τα σημαντικότερα υπουργεία εκείνης της περιόδου. Το 2013 ο Αντώνης Σαμαράς τον επέλεξε για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση, δίνοντάς του κυβερνητικό ρόλο και πολιτική ευθύνη σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία. Σήμερα, η αναφορά του Μητσοτάκη σε όσους «δεν εγκατέλειψαν ποτέ την παράταξη» δημιουργεί ένα προφανές ερώτημα: πόσο πλήρης είναι αυτή η αφήγηση όταν αφήνει έξω τη δική του πολιτική διαδρομή;
Η αιχμή από το Κιλκίς και η μνήμη που σταματά στο 1992
Μιλώντας σε συγκέντρωση πολιτών στο Νέο Αγιονέρι Κιλκίς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να αναφερθεί στους παραδοσιακούς αγωνιστές της Νέας Δημοκρατίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε σε εκείνους που, όπως είπε, δεν εγκατέλειψαν ποτέ το κόμμα, ακόμη και όταν βρέθηκε σε πολύ χαμηλά εκλογικά ποσοστά.
Η αποστροφή αυτή ερμηνεύτηκε ως έμμεση αιχμή προς τον Αντώνη Σαμαρά.
Ο πρωθυπουργός δεν τον κατονόμασε. Ωστόσο, η ιστορική αποχώρηση του Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία το 1992 εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη φράση συνδέθηκε με τον πρώην πρωθυπουργό.
Αλλά εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα.
Γιατί η πολιτική διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά δεν τελειώνει στο 1992.
Επέστρεψε στη Νέα Δημοκρατία το 2004, εξελέγη πρόεδρός της το 2009 και ανέλαβε την πρωθυπουργία το 2012.
Και στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του έκανε μια επιλογή που αφορά άμεσα τον σημερινό πρωθυπουργό.
Επέλεξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη για υπουργό της κυβέρνησής του.
Αυτό είναι ιστορικό γεγονός.
Και αλλάζει ουσιαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να αξιολογηθεί η σημερινή αιχμή.
25 Ιουνίου 2013: Όταν ο Σαμαράς εμπιστεύθηκε τον Μητσοτάκη
Στις 25 Ιουνίου 2013, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης στην κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά.
Δεν επρόκειτο για μια δευτερεύουσα κυβερνητική θέση.
Ήταν ένα υπουργείο με κρίσιμες αρμοδιότητες, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρισκόταν αντιμέτωπη με τις απαιτήσεις των μνημονιακών προγραμμάτων και τις βαθιές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση.
Ο Μητσοτάκης κλήθηκε να διαχειριστεί δύσκολες μεταρρυθμίσεις, κινητικότητα προσωπικού και παρεμβάσεις που προκαλούσαν έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν εκείνος που τον επέλεξε για τη θέση.
Τον ενέταξε στον κυβερνητικό του σχεδιασμό και του ανέθεσε την ευθύνη ενός κεντρικού πεδίου πολιτικής.
Ο σημερινός πρωθυπουργός παρέμεινε στο συγκεκριμένο υπουργείο μέχρι τον Ιανουάριο του 2015.
Επομένως, όταν σήμερα γίνεται συζήτηση για την προσφορά του Αντώνη Σαμαρά στη Νέα Δημοκρατία, δεν μπορεί να παραλείπεται ότι η κυβέρνησή του αποτέλεσε σημαντικό σταθμό και στη διαδρομή του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μπορείς να επικρίνεις τον Σαμαρά, αλλά δεν μπορείς να διαγράψεις το παρελθόν
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι.
Το γεγονός ότι ο Αντώνης Σαμαράς έκανε υπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν σημαίνει ότι ο σημερινός πρωθυπουργός του οφείλει ισόβια πολιτική συμφωνία.
Ούτε ότι πρέπει να αποδέχεται τις σημερινές θέσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Η πολιτική διαφωνία είναι απολύτως θεμιτή.
Αλλά η ιστορική συνέπεια απαιτεί να αναγνωρίζονται όλα τα γεγονότα.
Ο Σαμαράς δεν είναι απλώς ο πολιτικός που εγκατέλειψε τη Νέα Δημοκρατία το 1992.
Είναι επίσης ο πολιτικός που επέστρεψε, ανέλαβε την προεδρία της, κυβέρνησε τη χώρα και εμπιστεύθηκε κυβερνητική ευθύνη στον σημερινό πρωθυπουργό.
Η απομόνωση ενός μόνο κεφαλαίου αυτής της διαδρομής δημιουργεί μια ελλιπή εικόνα.
Και αυτή ακριβώς είναι η αδυναμία της σημερινής έμμεσης αιχμής, εφόσον πράγματι είχε αποδέκτη τον Αντώνη Σαμαρά.
Ο υπουργός του Σαμαρά και ο σημερινός πρωθυπουργός
Υπάρχει και μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συχνά επικαλείται την εμπειρία του στη δημόσια διοίκηση και τις μεταρρυθμίσεις ως μέρος της πολιτικής του ταυτότητας.
Ένα σημαντικό τμήμα αυτής της εμπειρίας αποκτήθηκε στην κυβέρνηση Σαμαρά.
Δεν πρόκειται για ερμηνεία.
Πρόκειται για την πραγματική αλληλουχία των γεγονότων.
Το 2013 ήταν υπουργός του Αντώνη Σαμαρά.
Το 2016 εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.
Το 2019 έγινε πρωθυπουργός.
Η ανάδειξή του στην αρχηγία και αργότερα στην πρωθυπουργία προέκυψε ασφαλώς από τις δικές του πολιτικές επιλογές, τις εσωκομματικές διαδικασίες και την ψήφο των πολιτών.
Αυτό δεν αναιρεί ότι η υπουργική του θητεία επί Σαμαρά αποτέλεσε μέρος της πολιτικής του διαδρομής.
Και δεν υπάρχει λόγος να αποσιωπάται αυτό το γεγονός όταν γίνεται δημόσια συζήτηση για το παρελθόν της παράταξης.
Η κομματική πίστη δεν είναι το μοναδικό κριτήριο πολιτικής προσφοράς
Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη σε όσους δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη Νέα Δημοκρατία θέτει και ένα ευρύτερο ζήτημα.
Με ποια κριτήρια αξιολογείται η προσφορά ενός πολιτικού στην παράταξή του;
Με την αδιάλειπτη κομματική του παρουσία;
Με την κυβερνητική του θητεία;
Με τις εκλογικές επιδόσεις;
Με τις πολιτικές αποφάσεις και τα αποτελέσματά τους;
Η αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά το 1992 αποτελεί μέρος της ιστορίας του και μπορεί να κριθεί πολιτικά.
Το ίδιο, όμως, ισχύει για την επιστροφή του, την εκλογή του στην ηγεσία και την πρωθυπουργική του θητεία.
Αν το κριτήριο είναι η συνολική προσφορά, τότε η αξιολόγηση οφείλει να περιλαμβάνει ολόκληρη τη διαδρομή.
Αν το κριτήριο είναι η αδιάλειπτη κομματική παρουσία, τότε πρέπει να εξηγηθεί γιατί αυτή υπερισχύει όλων των υπόλοιπων παραμέτρων.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η έννοια της κομματικής πίστης να χρησιμοποιείται επιλεκτικά, ανάλογα με τις σημερινές πολιτικές σχέσεις.
Το πραγματικό ζήτημα είναι οι σημερινές διαφωνίες
Πίσω από τη συζήτηση για το παρελθόν βρίσκεται μια πολύ πιο ουσιαστική πολιτική διαφωνία.
Ο Αντώνης Σαμαράς ασκεί έντονη κριτική σε επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Ο πρωθυπουργός, από την πλευρά του, υπερασπίζεται τη στρατηγική της κυβέρνησής του και επιδιώκει την ενότητα της Νέας Δημοκρατίας ενόψει των εκλογών του 2027.
Αυτή είναι η ουσία της αντιπαράθεσης.
Η ιστορική αποχώρηση του Σαμαρά από τη ΝΔ δεν απαντά στα επιχειρήματα που διατυπώνει σήμερα για τα εθνικά θέματα.
Όπως και η προηγούμενη υπουργοποίηση του Μητσοτάκη δεν αποδεικνύει ότι ο Σαμαράς έχει δίκιο στις σημερινές του θέσεις.
Οι πολιτικές διαφωνίες πρέπει να κρίνονται με βάση το περιεχόμενό τους.
Η επίκληση του παρελθόντος μπορεί να φωτίζει τις σχέσεις των προσώπων.
Δεν μπορεί, όμως, να αντικαθιστά τη συζήτηση για τις σημερινές αποφάσεις.
Η ιστορία έχει και συνέχεια, όχι μόνο την αρχή που βολεύει
Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Κιλκίς έφερε ξανά στο προσκήνιο την έννοια της πίστης στη Νέα Δημοκρατία.
Αν η αναφορά του στους αγωνιστές που δεν εγκατέλειψαν ποτέ την παράταξη απευθυνόταν πράγματι στον Αντώνη Σαμαρά, τότε η πολιτική απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ιστορία του κόμματος.
Ο Σαμαράς αποχώρησε το 1992.
Επέστρεψε το 2004.
Έγινε πρόεδρος το 2009.
Πρωθυπουργός το 2012.
Και το 2013 επέλεξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη για υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης.
Η πολιτική διαδρομή του σημερινού πρωθυπουργού και εκείνη του Αντώνη Σαμαρά δεν είναι δύο άσχετες ιστορίες. Συναντήθηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Νέας Δημοκρατίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να διαφωνεί με τον πρώην πρωθυπουργό.
Μπορεί να αμφισβητεί τις επιλογές του και να υπερασπίζεται τη δική του πολιτική.
Όταν, όμως, η συζήτηση μεταφέρεται στο ποιος στάθηκε δίπλα στην παράταξη και ποιος προσέφερε σε αυτήν, η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
Γιατί υπάρχει ένα γεγονός που δεν αλλάζει:
Ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε ο πρωθυπουργός που έδωσε στον Κυριάκο Μητσοτάκη την υπουργική ευθύνη της Διοικητικής Μεταρρύθμισης.
Και αυτό αξίζει να βρίσκεται στην ίδια συζήτηση με τις σημερινές αιχμές.



