Εκλογές την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου και ουσιαστικά στα όρια της συνταγματικής προθεσμίας φαίνεται να αποτελεί πλέον το βασικό σενάριο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αν τελικά επιβεβαιωθεί, η επιλογή αυτή κάθε άλλο παρά διαδικαστική είναι. Δίνει στο Μέγαρο Μαξίμου σχεδόν όλο τον διαθέσιμο πολιτικό χρόνο για να επιχειρήσει να αλλάξει τους συσχετισμούς πριν από την κάλπη.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο πότε θα γίνουν οι εκλογές, αλλά τι πρόκειται να συμβεί μέχρι τότε.
Και όλα δείχνουν ότι η χώρα μπαίνει σε μια εξαιρετικά παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.
Η αντιπαράθεση έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται από τις πολιτικές στις προσωπικές συγκρούσεις, ενώ τους επόμενους μήνες κάθε δημοσκόπηση, κάθε δήλωση και κάθε διαφοροποίηση θα αποκτά προεκλογικό χαρακτήρα.
Γιατί συμφέρει τον Μητσοτάκη ο Ιούνιος
Η εξάντληση σχεδόν του διαθέσιμου χρόνου δίνει στην κυβέρνηση ένα σημαντικό πλεονέκτημα: τον έλεγχο του πολιτικού ρολογιού.
Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ δεν εφαρμόζονται όλα ταυτόχρονα. Άλλα αρχίζουν νωρίτερα, άλλα θα γίνουν αισθητά μέσα στο 2027 και άλλα έχουν ακόμη μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Όσο περισσότερο απομακρύνεται η κάλπη, τόσο περισσότερος χρόνος υπάρχει ώστε ένα μέρος αυτών των παρεμβάσεων να φανεί στην πραγματική οικονομία και, κυρίως, στην τσέπη των πολιτών.
Μια εκλογική αναμέτρηση πριν από το Πάσχα θα περιόριζε αυτόν τον χρόνο.
Ο Ιούνιος, αντίθετα, προσφέρει στην κυβέρνηση αρκετούς επιπλέον μήνες για να παρουσιάζει μέτρα, να εξειδικεύει παρεμβάσεις και να επιχειρεί να μετατρέψει τις εξαγγελίες της ΔΕΘ σε πολιτικό όφελος.
Υπάρχει όμως και ο παράγοντας Σαμαρά
Το δεύτερο μεγάλο ερωτηματικό βρίσκεται στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Η πιθανότητα ενός νέου πολιτικού φορέα υπό τον Αντώνη Σαμαρά αποτελεί έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την εκλογική αριθμητική της ΝΔ.
Και όσο δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως το τοπίο, το Μέγαρο Μαξίμου έχει κάθε λόγο να αγοράζει χρόνο.
Θα μπορέσει ένα κόμμα Σαμαρά να αποκτήσει πραγματική εκλογική δυναμική; Θα προσελκύσει στελέχη της ΝΔ; Θα αποσπάσει ένα κρίσιμο ποσοστό ψηφοφόρων από τα δεξιά της κυβερνητικής παράταξης;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές.
Δεν είναι τυχαίο ότι η σύγκρουση Μητσοτάκη – Σαμαρά έχει πλέον έντονα προσωπικά χαρακτηριστικά. Από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε από τη ΔΕΘ τη φράση περί «τεχνογνωσίας στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη», έγινε σαφές ότι ο πρώην πρωθυπουργός αντιμετωπίζεται ως πραγματικός πολιτικός κίνδυνος για τη ΝΔ.
Άλλος ο ρόλος του Τσίπρα
Διαφορετική είναι η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα.
Ένας ισχυρός αντίπαλος στα αριστερά και κεντροαριστερά μπορεί ταυτόχρονα να λειτουργήσει συσπειρωτικά για τη Νέα Δημοκρατία.
Η επιστροφή της αντιπαράθεσης στο δίπολο «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» θα μπορούσε να διευκολύνει την κυβέρνηση να επαναφέρει ψηφοφόρους οι οποίοι σήμερα δηλώνουν απογοητευμένοι ή κινούνται προς την αποχή.
Ο Σαμαράς δημιουργεί διαφορετικό πρόβλημα: δεν συσπειρώνει απλώς απέναντι στη ΝΔ – μπορεί να αφαιρέσει ψήφους από το ίδιο πολιτικό ακροατήριο.
Αυτή είναι μια κρίσιμη διαφορά.
Και στη μέση το ΠΑΣΟΚ
Ταυτόχρονα, η μάχη για το κέντρο θα ενταθεί.
Η Νέα Δημοκρατία γνωρίζει ότι για να επανέλθει σε επίπεδα που θα της επιτρέψουν να διεκδικήσει με αξιώσεις μια τρίτη κυβερνητική θητεία χρειάζεται να συγκρατήσει όχι μόνο τη δεξιά εκλογική της βάση αλλά και σημαντικό μέρος των κεντρώων ψηφοφόρων.
Εκεί βρίσκεται η σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ.
Έτσι διαμορφώνεται ένα δύσκολο πολιτικό τρίγωνο: πίεση από τα δεξιά, μάχη για το κέντρο και προσπάθεια αξιοποίησης της πόλωσης με τον χώρο της Αριστεράς.
Μέχρι τον Ιούνιο κάθε εβδομάδα μπορεί να είναι ένας μικρός εκλογικός γύρος
Εάν πράγματι οι κάλπες στηθούν στις αρχές Ιουνίου, έχουμε μπροστά μας περίπου εννέα μήνες.
Και είναι εξαιρετικά πιθανό να πρόκειται για μήνες διαρκούς προεκλογικής έντασης.
Μία δημοσκόπηση θα διαδέχεται την άλλη. Μια δήλωση θα προκαλεί απάντηση. Μια μετακίνηση στελέχους θα μετατρέπεται σε κεντρικό πολιτικό γεγονός. Κάθε κυβερνητική παροχή θα παρουσιάζεται ως απόδειξη αποτελεσματικότητας και από την αντιπολίτευση ως προεκλογικό εργαλείο.
Η χώρα κινδυνεύει έτσι να βρεθεί σε μια προεκλογική περίοδο πολύ μεγαλύτερη από την επίσημη.
Και όσο πλησιάζει η κάλπη, τόσο περισσότερο η πολιτική αντιπαράθεση είναι πιθανό να μεταφέρεται από τα προγράμματα στα πρόσωπα.
Και τον Ιούλιο η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία της ΕΕ
Υπάρχει, τέλος, μια παράμετρος που κάνει την επιλογή των αρχών Ιουνίου ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Από την 1η Ιουλίου 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την εξάμηνη Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εάν λοιπόν οι εθνικές εκλογές πραγματοποιηθούν μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, η χώρα θα βρίσκεται στη διαδικασία σχηματισμού και επανεκκίνησης μιας κυβέρνησης σχεδόν πάνω στην έναρξη μιας σημαντικής ευρωπαϊκής θεσμικής υποχρέωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει θεσμικό κώλυμα. Υπάρχει όμως ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: είναι πράγματι ο καλύτερος δυνατός χρονισμός για τη χώρα;
Ή μήπως το εκλογικό συμφέρον της κυβέρνησης υπερισχύει του πλεονεκτήματος που θα είχε μια μεγαλύτερη περίοδος πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας πριν από την ελληνική Προεδρία;
Ο Μητσοτάκης παίζει με το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του: τον χρόνο
Η επιλογή του Ιουνίου, εφόσον τελικά επιβεβαιωθεί, έχει ξεκάθαρη πολιτική λογική.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κερδίζει χρόνο για να αποδώσουν τα μέτρα της ΔΕΘ, χρόνο για να διαπιστώσει τι πραγματικά θα κάνει ο Αντώνης Σαμαράς, χρόνο για να μετρήσει την πιθανή επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και χρόνο για να πιέσει το ΠΑΣΟΚ στη μάχη του κέντρου.
Κερδίζει, πάνω απ’ όλα, τον έλεγχο της ημερομηνίας.
Αυτό όμως σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να περάσει σχεδόν έναν ολόκληρο πολιτικό χρόνο σε μια άτυπη προεκλογική εκστρατεία.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό κόστος.
Αν κάθε εβδομάδα μέχρι τον Ιούνιο μετατραπεί σε έναν ακόμη γύρο προσωπικών επιθέσεων, δημοσκοπήσεων, διαρροών και εκλογικών υπολογισμών, η χώρα θα φτάσει στην κάλπη έχοντας συζητήσει επί μήνες για το ποιος θα νικήσει – και πολύ λιγότερο για το τι ακριβώς θα κάνει την επόμενη ημέρα.



