Δεν χρειάζεται να αναζητήσει κανείς πολιτικές συνωμοσίες πίσω από την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελλόριζο ούτε να θεωρήσει ότι κάθε κίνηση του πρωθυπουργού υπαγορεύεται πλέον από τον φόβο μιας πολιτικής πρωτοβουλίας του Αντώνη Σαμαρά.
Το πραγματικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου βρίσκεται αλλού.
Στη ΔΕΘ.
Παραδοσιακά, η παρουσία του εκάστοτε πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη σηματοδοτεί το τέλος της θερινής πολιτικής περιόδου και την έναρξη της μεγάλης πολιτικής μάχης του φθινοπώρου. Και όταν στον ορίζοντα αρχίζει να διαμορφώνεται εκλογικό κλίμα, η ΔΕΘ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η κυβέρνηση χρειαζόταν μια ισχυρή επανεκκίνηση.
Το ερώτημα είναι εάν την πέτυχε.
Όταν η ΔΕΘ δεν αλλάζει το πολιτικό κλίμα
Τα μέτρα που ανακοινώνονται στη ΔΕΘ δεν κρίνονται μόνο από το δημοσιονομικό τους κόστος ή από τον αριθμό των δικαιούχων.
Κρίνονται και πολιτικά.
Μπορούν να αλλάξουν το κλίμα; Μπορούν να επαναφέρουν ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί; Μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση μιας νέας αρχής για μια κυβέρνηση που βρίσκεται ήδη αρκετά χρόνια στην εξουσία;
Εάν η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καθαρά θετική, τότε για το Μέγαρο Μαξίμου αρχίζει μια πολύ δυσκολότερη συζήτηση.
Ποιες πολιτικές πρωτοβουλίες μπορούν να αλλάξουν τον ρυθμό πριν η κυβερνητική φθορά πάψει να θεωρείται συγκυριακή και μετατραπεί σε παγιωμένη κατάσταση;
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό στοίχημα μετά τη Θεσσαλονίκη.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο Σαμαράς
Σε αυτή την εξίσωση μπαίνει ο Αντώνης Σαμαράς.
Όχι επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισκέφθηκε το Καστελλόριζο. Ούτε επειδή κάθε αναφορά στα εθνικά ζητήματα πρέπει να ερμηνεύεται μέσα από την αντιπαράθεση των δύο πρώην πολιτικών συμμάχων.
Ο Σαμαράς αποτελεί πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία για έναν πολύ πιο απλό λόγο:
Μπορεί να κόψει ψήφους από τα δεξιά της.
Και στην πολιτική αριθμητική της επόμενης κάλπης αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικότερο από όσο δείχνει αρχικά.
Κάθε μονάδα μετράει
Για τη Νέα Δημοκρατία το μεγάλο ζήτημα δεν είναι απλώς να παραμείνει πρώτο κόμμα.
Με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα, το πραγματικό στοίχημα είναι εάν μπορεί να προσεγγίσει ένα ποσοστό που θα της επιτρέψει να διεκδικήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Εδώ βρίσκεται και ο πραγματικός κίνδυνος από μια αυτόνομη κάθοδο του Αντώνη Σαμαρά.
Δεν χρειάζεται ένα κόμμα Σαμαρά να αποκτήσει εντυπωσιακά ποσοστά για να δημιουργήσει πρόβλημα στη ΝΔ.
Αρκεί ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων που θα προσελκύσει να προέρχεται από την παραδοσιακή εκλογική βάση της κυβερνώσας παράταξης.
Μία μονάδα από εδώ, μία ακόμη από εκεί, μπορεί να μην αμφισβητούν απαραίτητα την πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας. Αφαιρούν, όμως, πολύτιμο πολιτικό και εκλογικό χώρο από την προσπάθεια για αυτοδυναμία.
Το δύσκολο ακροατήριο στα δεξιά
Υπάρχει επιπλέον μια παράμετρος που κάνει την κατάσταση πιο περίπλοκη.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο πολιτικό Κέντρο. Απευθύνεται πρωτίστως σε ένα συντηρητικό ακροατήριο που έχει παραδοσιακούς δεσμούς με τη Νέα Δημοκρατία.
Εθνικά θέματα, μεταναστευτικό, οικογένεια, ταυτότητα και η συνολικότερη φυσιογνωμία της παράταξης αποτελούν πεδία στα οποία ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να επιχειρήσει να διαφοροποιηθεί έντονα από τη σημερινή ηγεσία.
Ακριβώς γι’ αυτό η πίεση που μπορεί να ασκήσει είναι διαφορετική από εκείνη που ασκεί το ΠΑΣΟΚ ή οποιοδήποτε κόμμα της Κεντροαριστεράς.
Ο Σαμαράς διεκδικεί ψηφοφόρους μέσα από μια δεξαμενή που η ΝΔ θεωρούσε επί δεκαετίες δική της.
Το πρόβλημα δεν είναι το Καστελλόριζο
Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο μπορεί να έχει τον δικό της πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα.
Θα ήταν, όμως, υπερβολικό κάθε πρωθυπουργική κίνηση να ερμηνεύεται πλέον αποκλειστικά ως απάντηση στον Αντώνη Σαμαρά.
Το ουσιαστικό ερώτημα βρίσκεται στη μεγάλη εικόνα.
Εάν η ΔΕΘ δεν κατάφερε να δημιουργήσει την προσδοκώμενη πολιτική ανάκαμψη και εάν ταυτόχρονα δημιουργηθεί ένας νέος ανταγωνιστικός πόλος στα δεξιά, τότε η Νέα Δημοκρατία θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια πολύ δύσκολη εξίσωση.
Μπορεί να παραμένει πρώτη.
Μπορεί η αντιπολίτευση να εξακολουθεί να εμφανίζεται κατακερματισμένη.
Αυτό όμως δεν αρκεί για την αυτοδυναμία.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη: κάθε μονάδα που χάνεται προς τα δεξιά δεν αφαιρεί απλώς από το ποσοστό της ΝΔ. Απομακρύνει ακόμη περισσότερο τον στόχο μιας αυτοδύναμης τρίτης κυβερνητικής θητείας.



