Υπάρχει μια καινούργια, εξαιρετικά βολική θεωρία:
Όταν η αντιπολίτευση διαφωνεί με την κυβέρνηση στη Συνταγματική Αναθεώρηση, είναι ανεύθυνη.
Όταν κατηγορεί την κυβέρνηση για την ακρίβεια εν μέσω διεθνούς ενεργειακής κρίσης, είναι μικροκομματική.
Και όταν αντιδρά σε υπουργό που λέει ότι χωρίς κυβέρνηση μπορεί να γίνει «ντου από απέναντι», είναι περίπου επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα.
Με λίγα λόγια, η «υπευθυνότητα» αποκτά έναν πολύ απλό ορισμό:
Να συμφωνείς με την κυβέρνηση.
Και αν διαφωνείς;
Δεν κάνεις αντιπολίτευση.
«Θέλεις απλώς να ρίξεις τον Μητσοτάκη».
Ωραία θεωρία.
Μόνο που έχει ένα μικρό πρόβλημα.
Δεν αντέχει ούτε στον πρώτο πραγματολογικό έλεγχο.
1. Πρώτο κόλπο: «Έκαψαν τη Συνταγματική Αναθεώρηση»
Όχι.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν κάηκε.
Η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά.
Όσες διατάξεις συγκέντρωσαν τουλάχιστον 151 ψήφους μεταφέρονται στην επόμενη, Αναθεωρητική Βουλή. Επειδή δεν συγκέντρωσαν 180 στην παρούσα Βουλή, στην επόμενη θα χρειαστούν 180 ψήφους για να αναθεωρηθούν.
Αυτό προβλέπει η διαδικασία.
Το άρθρο όμως κάνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον.
Παρουσιάζει ως αυτονόητο ότι, εφόσον η αντιπολίτευση συμφωνεί γενικά στην ανάγκη αλλαγής μιας διάταξης, οφείλει να δώσει τώρα 180 ψήφους, ώστε η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία να μπορεί να καθορίσει το τελικό περιεχόμενό της με 151.
Μόνο που εδώ βρίσκεται ακριβώς η πολιτική διαφωνία.
Η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι δεν θέλει να δώσει «λευκή επιταγή» στην επόμενη πλειοψηφία να διαμορφώσει μόνη της κρίσιμες συνταγματικές αλλαγές.
Κάποιος μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτή τη στρατηγική.
Αλλά δεν μπορεί να προσποιείται ότι δεν υπάρχει λογική πίσω από αυτή.
Και κυρίως δεν μπορεί να βαφτίζει την απαίτηση για 180 ψήφους στην επόμενη Βουλή «κάψιμο της Αναθεώρησης».
Η Αναθεώρηση συνεχίζεται.
Απλώς θα απαιτεί ευρύτερη συναίνεση.
Και από πότε η ανάγκη για 180 ψήφους στο Σύνταγμα θεωρείται θεσμική καταστροφή;
Εδώ μάλιστα το κείμενο υιοθετεί σχεδόν αυτούσιο ένα επιχείρημα που έχει χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης:
ότι η στάση Ανδρουλάκη δήθεν αποδεικνύει πως ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έχει ήδη προεξοφλήσει αυτοδυναμία της ΝΔ.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε πει τον Ιούλιο ότι η άρνηση του ΠΑΣΟΚ να επιτρέψει αλλαγές με 151 στην επόμενη Βουλή αποτελεί «ομολογία» ότι θεωρεί πιθανή την αυτοδυναμία της ΝΔ.
Όμως αυτό δεν είναι γεγονός.
Είναι πολιτική ρητορική.
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί κάλλιστα να λέει:
«Δεν γνωρίζω ποιος θα έχει 151 στην επόμενη Βουλή και ακριβώς γι’ αυτό θέλω οι συνταγματικές αλλαγές να απαιτούν 180».
Μάλιστα αυτή η θέση είναι απολύτως συμβατή με την αβεβαιότητα για το εκλογικό αποτέλεσμα.
Το «άρα ο Ανδρουλάκης ξέρει ότι θα χάσει» είναι λογικό άλμα.
Και υπάρχει μια ακόμη ειρωνεία.
Το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει τις δύο εναλλακτικές πλειοψηφίες ακριβώς ώστε η Αναθεώρηση να μην αποτελεί απλή υπόθεση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Άρα η αντιπολίτευση δεν «καίει» τη διαδικασία.
Χρησιμοποιεί τη διαδικασία όπως ακριβώς προβλέπεται.
2. Δεύτερο κόλπο: Αφού υπάρχει διεθνής κρίση, μην ξαναπείτε «ακρίβεια Μητσοτάκη»
Εδώ το επιχείρημα γίνεται ακόμη πιο βολικό.
Υπάρχει τεράστια διεθνής ενεργειακή κρίση;
Βεβαίως.
Υπήρξε σοβαρό πλήγμα στον σαουδαραβικό East-West Pipeline, ακυρώθηκαν φορτία και ευρωπαϊκές εταιρείες αναζητούν εναλλακτικές προμήθειες. Η πολωνική Orlen, για παράδειγμα, αγόρασε 16 επιπλέον φορτία αργού για να καλύψει τις διαταραχές.
Άρα οι διεθνείς τιμές πιέζονται.
Μέχρι εδώ σωστά.
Και μετά έρχεται το μαγικό συμπέρασμα:
Επομένως είναι ανεύθυνο να μιλά η αντιπολίτευση για «ακρίβεια Μητσοτάκη».
Γιατί;
Από πότε μια διεθνής κρίση απαλλάσσει μια κυβέρνηση από την ευθύνη για το πώς αντιμετωπίζει τις συνέπειές της στο εσωτερικό της χώρας;
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.
Όχι αν ο Μητσοτάκης βομβάρδισε τον σαουδαραβικό αγωγό.
Προφανώς δεν τον βομβάρδισε.
Το ερώτημα είναι:
Τι κάνει η ελληνική κυβέρνηση όταν η διεθνής τιμή εκτοξεύεται;
Και εδώ η συζήτηση γίνεται πολύ συγκεκριμένη.
ΕΦΚ.
ΦΠΑ.
Έλεγχος περιθωρίων κέρδους.
Στοχευμένες ενισχύσεις.
Μέτρα για τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Μέτρα για τις επιχειρήσεις.
Αυτά είναι κυβερνητικές αποφάσεις.
Και το καλύτερο;
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει ότι οι αυξήσεις των καυσίμων λόγω της κρίσης απαιτούν εθνικά προσωρινά και στοχευμένα μέτρα, ενώ έχει προβλέψει δυνατότητα μειώσεων ειδικών φόρων κατανάλωσης ως εργαλείο αντιμετώπισης της ενεργειακής διαταραχής.
Άρα το «είναι διεθνής κρίση, τι θέλετε να κάνει η κυβέρνηση;» δεν το δέχεται ούτε η ίδια η ευρωπαϊκή πολιτική.
Υπάρχουν εργαλεία.
Η κυβέρνηση επιλέγει ποια θα χρησιμοποιήσει, σε ποια έκταση και με ποιο δημοσιονομικό κόστος.
Και η αντιπολίτευση έχει κάθε δικαίωμα να κρίνει αυτές τις επιλογές.
Αυτό ακριβώς λέγεται αντιπολίτευση.
Και κάτι ακόμη.
Το άρθρο γράφει ότι «η τιμή του πετρελαίου οδεύει προς τα 120 δολάρια».
Σήμερα, 17 Σεπτεμβρίου, το Brent υποχώρησε περίπου 3%, στα 101,98 δολάρια, καθώς περιορίστηκαν προσωρινά οι φόβοι για την προσφορά μετά την αύξηση σαουδαραβικών ροών μέσω Ομάν.
Μπορεί αύριο να ξανανέβει;
Φυσικά.
Η κατάσταση είναι εξαιρετικά ασταθής.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό δεν παρουσιάζεις μια πιθανή μελλοντική τιμή σαν αναπόφευκτο γεγονός.
3. Και φτάνουμε στο καλύτερο: «Παραποίησαν τον Φλωρίδη»
Εδώ η αποδόμηση γίνεται σχεδόν μόνη της.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ παραποίησαν τις δηλώσεις του Γιώργου Φλωρίδη ώστε να κατασκευάσουν το σύνθημα:
«Μητσοτάκης ή Ερντογάν».
Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα.
Ο Φλωρίδης είπε πράγματι ότι, εάν η χώρα μείνει ακυβέρνητη, μπορεί να γίνει:
«το ντου από απέναντι».
Η φράση καταγράφηκε δημόσια.
Άρα δεν χρειάστηκε κανείς να εφεύρει τον πυρήνα της δήλωσης.
Και μετά συνέβη κάτι ακόμη πιο ενοχλητικό για το συγκεκριμένο αφήγημα.
Τον Φλωρίδη τον άδειασε η ίδια η κυβέρνηση.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος και συνέστησε προσοχή στη διατύπωση τέτοιων θέσεων.
Συγγνώμη λοιπόν.
Αν η αντιπολίτευση «παραποίησε» τον Φλωρίδη, γιατί χρειάστηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να πάρει αποστάσεις από τη δήλωσή του;
Δεν γίνεται και τα δύο.
Ή δεν είπε τίποτα προβληματικό ο Φλωρίδης και άρα δεν υπήρχε λόγος να τον διορθώσει ο Μαρινάκης,
ή η δήλωση πράγματι δημιουργούσε πρόβλημα και επομένως ήταν απολύτως θεμιτό να γίνει αντικείμενο πολιτικής κριτικής.
4. Και υπάρχει και ο ίδιος ο Μητσοτάκης
Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Γιατί λίγες ημέρες νωρίτερα ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε ήδη βάλει τη διεθνή κατάσταση μέσα στη συζήτηση για την αυτοδυναμία.
Στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ είπε ότι, εάν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση και οδηγηθούμε σε υπηρεσιακή κυβέρνηση, δεν γνωρίζει αν αυτό «είναι το καλύτερο σε αυτή τη δύσκολη διεθνή συγκυρία».
Πρόκειται για υπαρκτό πολιτικό επιχείρημα:
χρειαζόμαστε σταθερότητα επειδή το διεθνές περιβάλλον είναι επικίνδυνο.
Απολύτως θεμιτό να το χρησιμοποιεί ο πρωθυπουργός.
Αλλά εξίσου θεμιτό είναι η αντιπολίτευση να του απαντήσει ότι χρησιμοποιεί τον εξωτερικό κίνδυνο ως επιχείρημα υπέρ της αυτοδυναμίας του.
Αυτό λέγεται πολιτική αντιπαράθεση.
Δεν γίνεται η κυβέρνηση να επικαλείται τη διεθνή αστάθεια για να εξηγήσει γιατί χρειάζεται αυτοδυναμία και όταν η αντιπολίτευση απαντά:
«Μας λέτε Μητσοτάκης ή χάος, τώρα Μητσοτάκης ή Ερντογάν;»
να κατηγορείται ότι μπλέκει την εξωτερική πολιτική με την εσωτερική.
Μα η σύνδεση είχε ήδη γίνει.
Και ο Φλωρίδης απλώς την έκανε πολύ πιο ωμή.
5. Το εντυπωσιακό αυτογκόλ: «Ποιος προκαλεί την ένταση; Η Ελλάδα ή η Τουρκία;»
Το άρθρο ρωτά:
«Ποιος προκαλεί την ένταση; Η Ελλάδα ή η Τουρκία;»
Προφανώς οι συγκεκριμένες δηλώσεις Φιντάν περί στρατιωτικοποίησης των νησιών είναι τουρκικές.
Κανείς σοβαρός δεν ισχυρίζεται ότι τις έκανε ο Μητσοτάκης.
Αλλά αυτό δεν απαντά στην πραγματική κριτική.
Η κριτική δεν είναι:
«Ο Μητσοτάκης έβαλε τον Φιντάν να απειλήσει την Ελλάδα».
Η κριτική είναι:
«Χρησιμοποιεί η κυβέρνηση την υπαρκτή τουρκική απειλή ως επιχείρημα εσωτερικής πολιτικής σταθερότητας και αυτοδυναμίας;»
Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα.
Και για να απαντηθεί πρέπει να συζητήσουμε τις δηλώσεις Μητσοτάκη και Φλωρίδη.
Όχι να φτιάξουμε έναν αχυράνθρωπο και μετά να τον καταρρίψουμε.
6. «Ενδοτική ή σκληρή κυβέρνηση;» Άλλο ένα ψεύτικο δίλημμα
Το άρθρο ρωτά ειρωνικά:
Τελικά τι λέει η αντιπολίτευση; Ότι η κυβέρνηση είναι ενδοτική ή ότι προκαλεί την Τουρκία;
Λες και είναι υποχρεωτικό να διαλέξει κανείς ένα από τα δύο για κάθε στιγμή μιας επταετούς εξωτερικής πολιτικής.
Μια κυβέρνηση μπορεί να κατηγορηθεί ότι υποχώρησε σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί σκληρή ρητορική σε ένα άλλο.
Δεν υπάρχει καμία λογική αντίφαση.
Για παράδειγμα, για την Κάσο η κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν υπήρξε υποχώρηση. Επικριτές της κυβέρνησης υποστήριξαν το αντίθετο λόγω της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και της εξέλιξης των ερευνών.
Αυτό εξετάζεται με βάση τι συνέβη στην Κάσο.
Οι δηλώσεις Φιντάν εξετάζονται χωριστά.
Και η δήλωση Φλωρίδη επίσης χωριστά.
Το να τα ρίχνεις όλα μέσα σε ένα σακί και να λες «αποφασίστε, ενδοτικός ή πολεμοχαρής;» είναι απλώς τρόπος αποφυγής της συζήτησης για κάθε συγκεκριμένο περιστατικό.
7. Και τελικά τι ζητά το άρθρο από την αντιπολίτευση;
Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.
Στο Σύνταγμα:
Μην εμποδίζετε την κυβέρνηση, γιατί πρέπει να είστε θεσμικοί.
Στην ακρίβεια:
Μην κατηγορείτε την κυβέρνηση, γιατί υπάρχει διεθνής κρίση.
Στα ελληνοτουρκικά:
Μην κατηγορείτε την κυβέρνηση, γιατί τα εθνικά θέματα δεν πρέπει να μπαίνουν στην εσωτερική αντιπαράθεση.
Τότε τι ακριβώς επιτρέπεται να κάνει η αντιπολίτευση;
Να χειροκροτεί;
Γιατί αυτό είναι τελικά το πραγματικό πρόβλημα της συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας.
Δεν ζητά υπεύθυνη αντιπολίτευση.
Ζητά ακίνδυνη αντιπολίτευση.
Μια αντιπολίτευση που θα συμφωνεί στις συνταγματικές επιλογές της κυβέρνησης.
Θα αποδέχεται την κυβερνητική διαχείριση της ακρίβειας επειδή υπάρχει διεθνής κρίση.
Και θα αποφεύγει να σχολιάζει ακόμη και ακραίες δηλώσεις υπουργών για την Τουρκία επειδή «τα εθνικά θέματα είναι σοβαρά».
Αυτό όμως δεν λέγεται συναίνεση.
Λέγεται πολιτική ασυλία της κυβέρνησης.
Και μια τελευταία λεπτομέρεια
Το κείμενο χαρακτηρίζει τον Τσίπρα «μεγαλύτερο πολιτικό τυχοδιώκτη των τελευταίων δεκαετιών», μιλά για «DNAϊκή αλλεργία στην υπευθυνότητα», «μικρομέγαλους» και «τζογαδόρους».
Δικαίωμα του αρθρογράφου να χρησιμοποιεί όποια πολιτική γλώσσα επιθυμεί.
Αλλά είναι κάπως παράδοξο ένα κείμενο γεμάτο τέτοιους χαρακτηρισμούς να εγκαλεί τους άλλους για ευτέλεια της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Και ίσως αυτό συνοψίζει ολόκληρο το πρόβλημα.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιτίθεται.
Η αντιπολίτευση όμως πρέπει να είναι «υπεύθυνη».
Η κυβέρνηση μπορεί να ζητά αυτοδυναμία επικαλούμενη τη διεθνή αστάθεια.
Η αντιπολίτευση δεν μπορεί να της απαντήσει ότι εργαλειοποιεί τον φόβο.
Ο Φλωρίδης μπορεί να μιλά για «ντου από απέναντι».
Αλλά όταν η αντιπολίτευση αντιδρά, κάνει «κοπτοραπτική».
Και η κυβέρνηση μπορεί να ζητά 180 ψήφους σήμερα ώστε η επόμενη πλειοψηφία να μπορεί να αλλάξει διατάξεις με 151.
Αν όμως η αντιπολίτευση αρνηθεί;
«Έκαψε το Σύνταγμα».
Πολύ βολική αντίληψη περί υπευθυνότητας.
Μόνο που σε μια δημοκρατία υπάρχει και μια άλλη:
Η δουλειά της αντιπολίτευσης δεν είναι να κάνει τη ζωή της κυβέρνησης ευκολότερη.
Είναι να ελέγχει την κυβέρνηση, να καταθέτει εναλλακτικές προτάσεις και να διαφωνεί όταν θεωρεί ότι η κυβερνητική πολιτική είναι λανθασμένη.
Και όταν μια κυβέρνηση θέλει συναίνεση σε Σύνταγμα, οικονομία ή εξωτερική πολιτική, η συναίνεση δεν απαιτείται.
Κερδίζεται.
Με επιχειρήματα.
Όχι με το επιχείρημα ότι όποιος δεν συμφωνεί με τον Μητσοτάκη είναι ανεύθυνος απέναντι στη χώρα.


