Μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο εξετάζονται οι αιτήσεις αλλοδαπών για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας φέρνουν οι νέες οδηγίες του υπουργείου Εσωτερικών προς τις υπηρεσίες Ιθαγένειας της χώρας.
Το συγκεκριμένο ελάχιστο εισόδημα παύει να λειτουργεί ως αυτοτελής «κόφτης» για την πολιτογράφηση, με την κυβέρνηση να εφαρμόζει πλέον ένα σύστημα συνολικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης της οικονομικής ένταξης του αιτούντος.
Και ακριβώς εδώ ανοίγει μια σοβαρή πολιτική συζήτηση: πόσο πρέπει να μετρά η πραγματική οικονομική αυτοδυναμία ενός ανθρώπου που ζητά να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια;
Η αλλαγή έγινε γνωστή από τον υφυπουργό Εσωτερικών Βασίλη Σπανάκη, ο οποίος, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή, αναφέρθηκε στις οδηγίες που απέστειλε στις 24 Σεπτεμβρίου η Γενική Διεύθυνση Ιθαγένειας προς τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Ιθαγένειας.
Οι οδηγίες εκδόθηκαν μετά τις αποφάσεις 715/2026 και 717/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Τι αλλάζει στην πράξη
Το βασικό στοιχείο είναι ξεκάθαρο:
το ύψος του ετήσιου εισοδήματος δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται ως αυτοτελές και απόλυτο κριτήριο που οδηγεί από μόνο του στην απόρριψη μιας αίτησης πολιτογράφησης.
Το εισόδημα δεν εξαφανίζεται από την αξιολόγηση. Αντιθέτως, θα εξακολουθεί να εξετάζεται, αλλά μαζί με άλλα δεδομένα.
Μεταξύ αυτών είναι:
- η ύπαρξη σταθερής εργασίας,
- η οικονομική δραστηριότητα του αιτούντος,
- η συνέπεια στην εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων,
- η συνέπεια στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις,
- και συνολικά τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ένταξή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας.
Άρα, χρειάζεται μία κρίσιμη διευκρίνιση: δεν σημαίνει ότι κάποιος αποκτά ελληνική ιθαγένεια επειδή λαμβάνει επιδόματα ούτε ότι τα επιδόματα αρκούν για την πολιτογράφησή του.
Σημαίνει όμως ότι η έλλειψη ενός προκαθορισμένου ελάχιστου εισοδήματος δεν αρκεί πλέον από μόνη της για να κλείσει την πόρτα της πολιτογράφησης.
Και αυτή είναι μια ουσιαστική αλλαγή.
Τι ακριβώς είπε το ΣτΕ
Εδώ βρίσκεται και η λεπτομέρεια που έχει ιδιαίτερη σημασία.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έκρινε ότι το εισόδημα είναι αδιάφορο.
Αντίθετα, σύμφωνα με το σκεπτικό των αποφάσεων, απαραίτητη ουσιαστική προϋπόθεση για την πολιτογράφηση παραμένει η ομαλή ένταξη του αλλοδαπού στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, ώστε να προκύπτει ότι έχει καταστήσει την Ελλάδα σταθερό κέντρο των βιοτικών του σχέσεων.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται η σταθερή εργασία, η οικονομική δραστηριότητα και η διαρκής εκπλήρωση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Εκείνο που απέρριψε το ΣτΕ είναι διαφορετικό:
να καθορίζεται διοικητικά ένα συγκεκριμένο ελάχιστο εισόδημα και η μη επίτευξή του να οδηγεί αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έχει ενταχθεί οικονομικά στη χώρα.
Το δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιο απόλυτο εισοδηματικό κριτήριο δεν προβλέπεται από τον ίδιο τον νόμο.
Το κρίσιμο σημείο που δεν πρέπει να χαθεί
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Το ίδιο σκεπτικό αφήνει περιθώριο το ύψος του ετήσιου εισοδήματος να λαμβάνεται υπόψη και να συνεκτιμάται ως τεκμήριο οικονομικής ένταξης μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία.
Επομένως, το δίλημμα δεν είναι «εισόδημα ή καθόλου εισόδημα».
Το πραγματικό ζήτημα είναι πόσο βάρος θα δίνει πλέον η Διοίκηση στην οικονομική κατάσταση του ενδιαφερομένου όταν εξετάζει συνολικά τον φάκελό του.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης.
Το πολιτικό ερώτημα για την κυβέρνηση
Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί απολύτως βάσιμα ότι οφείλει να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Αυτό όμως δεν κλείνει την πολιτική συζήτηση.
Διότι το ΣτΕ δεν είπε ότι η οικονομική ένταξη δεν έχει σημασία. Ούτε ότι το εισόδημα πρέπει να αγνοείται.
Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι μπορεί να συνεκτιμάται.
Επομένως, το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι συγκεκριμένο:
Ποιο ακριβώς επίπεδο οικονομικής ένταξης θεωρεί επαρκές για έναν άνθρωπο που ζητά την ελληνική ιθαγένεια;
Τι βαρύτητα θα έχει η σταθερή εργασία;
Πώς θα αντιμετωπίζονται περιπτώσεις ανθρώπων με πολύ χαμηλό εισόδημα;
Πώς θα αξιολογείται η σημαντική εξάρτηση από κοινωνικές παροχές;
Και, κυρίως, πώς θα εξασφαλιστεί ότι η κατάργηση ενός αυτόματου αριθμητικού «κόφτη» δεν θα οδηγήσει σε υπερβολικά χαλαρή ή διαφορετική εφαρμογή των κριτηρίων από υπηρεσία σε υπηρεσία;
Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία η κυβέρνηση οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις.
Οι οδηγίες ισχύουν άμεσα
Οι νέες οδηγίες δεν αφορούν μόνο τις αιτήσεις που θα κατατεθούν στο μέλλον.
Θα εφαρμόζονται τόσο:
στις εκκρεμείς αιτήσεις πολιτογράφησης όσο και σε όσες υποβάλλονται από εδώ και πέρα.
Παράλληλα, όταν μία αίτηση απορρίπτεται, η διοίκηση θα πρέπει να παρέχει πλήρη και εξατομικευμένη αιτιολογία, παραθέτοντας τα συγκεκριμένα δεδομένα που δικαιολογούν την απόφαση.
Αντίθετα, οι παλαιότερες απορριπτικές αποφάσεις που έχουν καταστεί οριστικές εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί νόμιμα.
Από τον «κόφτη» στην εξατομικευμένη κρίση
Αυτό είναι τελικά το μεγάλο νέο.
Η Ελλάδα περνά από ένα σύστημα στο οποίο μπορούσε να υπάρχει ένας σαφής αριθμητικός εισοδηματικός φραγμός σε ένα σύστημα όπου η οικονομική ένταξη θα αποτελεί προϊόν συνολικής διοικητικής αξιολόγησης.
Νομικά, η αλλαγή συνδέεται άμεσα με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Πολιτικά, όμως, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αρκεστεί στη φράση «εφαρμόζουμε το ΣτΕ».
Γιατί το ίδιο το δικαστήριο διατηρεί το εισόδημα μέσα στα στοιχεία που μπορούν να συνεκτιμηθούν.
Και συνεπώς η κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει στους πολίτες πού ακριβώς τοποθετεί πλέον τον πήχη της οικονομικής ένταξης για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας.
Γιατί η ιθαγένεια δεν είναι μια απλή διοικητική πράξη.
Και η κατάργηση ενός αυτοματοποιημένου κριτηρίου καθιστά ακόμη σημαντικότερο να είναι απολύτως σαφή, αυστηρά και ενιαία τα κριτήρια που θα το αντικαταστήσουν.



