Ο Άκης Σκέρτσος επιχειρεί να οικοδομήσει ένα αρκετά πιο σύνθετο επιχείρημα από το απλοϊκό «ψηφίστε μας γιατί τα πήγαμε καλά».
Η κεντρική του θέση είναι ότι δεν υπάρχει κάποια «κατάρα των δύο θητειών», ότι η μακρά παραμονή μιας κυβέρνησης δεν είναι εξ ορισμού αντιδημοκρατική και ότι η πολιτική σταθερότητα μπορεί να δώσει τον χρόνο που απαιτείται για να ολοκληρωθούν μεγάλες μεταρρυθμίσεις.
Μέχρι εδώ, δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει επί της αρχής.
Πουθενά στη Δημοκρατία δεν υπάρχει κανόνας που να λέει ότι δύο θητείες είναι αρκετές.
Το ζήτημα αρχίζει από τη στιγμή που το επιχείρημα μετακινείται από το «μια τρίτη θητεία είναι απολύτως δημοκρατικά θεμιτή» στο πολύ διαφορετικό «η συνέχιση της συγκεκριμένης διακυβέρνησης είναι χρήσιμη επειδή προσφέρει σταθερότητα».
Γιατί το πρώτο είναι θεσμική διαπίστωση.
Το δεύτερο είναι πολιτικό συμπέρασμα.
Και χρειάζεται πολύ περισσότερες αποδείξεις.
Η Μέρκελ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ οποιασδήποτε τρίτης θητείας
Ο Σκέρτσος επικαλείται Κολ, Μέρκελ, Θάτσερ, Μπλερ, Μιτεράν, Σιράκ, Γκονθάλεθ, Ρούτε και Γιούνκερ.
Σωστά.
Υπήρξαν ευρωπαϊκές δημοκρατίες στις οποίες οι ίδιοι πολιτικοί παρέμειναν στην εξουσία για πολύ περισσότερα από οκτώ χρόνια.
Αυτό αποδεικνύει ένα πράγμα:
ότι η μεγάλη πολιτική διάρκεια δεν είναι από μόνη της αντιδημοκρατική.
Δεν αποδεικνύει όμως ότι η πολιτική διάρκεια είναι από μόνη της επιτυχημένη.
Ούτε ότι επειδή η Μέρκελ κυβέρνησε 16 χρόνια τη Γερμανία, οποιαδήποτε κυβέρνηση ζητά τρίτη θητεία αποκτά αυτομάτως επιχείρημα υπέρ της συνέχειάς της.
Διαφορετικά θα έπρεπε να δεχθούμε και το αντίστροφο παράλογο: ότι κάθε μακρόβια ευρωπαϊκή κυβέρνηση υπήρξε επιτυχημένη απλώς επειδή ήταν μακρόβια.
Ο ίδιος ο Σκέρτσος, προς τιμήν του, αναγνωρίζει ότι η μακρά διακυβέρνηση δεν αποτελεί απόδειξη ανάπτυξης.
Και εκεί ακριβώς θα μπορούσε ουσιαστικά να τελειώσει αυτή η συγκεκριμένη σύγκριση.
Ναι, υπάρχουν πραγματικές οικονομικές επιτυχίες
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο επίπεδο στο επιχείρημά του που χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή.
Η ελληνική οικονομία έχει πράγματι καταγράψει σημαντικές θετικές μεταβολές.
Η ανεργία έχει μειωθεί εντυπωσιακά σε σχέση με το 2019.
Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ έχει υποχωρήσει σημαντικά.
Η οικονομία έχει αναπτυχθεί.
Και αυτά δεν χρειάζεται να αμφισβητούνται για να γίνει πολιτική κριτική.
Το ΔΝΤ καταγράφει για το 2025 δημόσιο χρέος 146,6% του ΑΕΠ και προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση. Καταγράφει επίσης σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας.
Άρα ένα μέρος του οικονομικού απολογισμού που επικαλείται ο Σκέρτσος στηρίζεται σε πραγματικές μακροοικονομικές εξελίξεις.
Αλλά υπάρχει και η άλλη μισή εικόνα.
Η οικονομία μεγαλώνει – αλλά αυτό δεν απαντά μόνο του στο ερώτημα πώς ζει το νοικοκυριό
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για το 2026.
Ταυτόχρονα όμως προβλέπει πληθωρισμό 3,7% και επισημαίνει ότι το ενεργειακό σοκ περιορίζει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και επιβραδύνει την ιδιωτική κατανάλωση.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί μια κυβέρνηση μπορεί απολύτως δικαιολογημένα να παρουσιάζει την αύξηση του ΑΕΠ, την πτώση της ανεργίας και την αποκλιμάκωση του χρέους.
Ο πολίτης όμως δεν ψηφίζει το ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ.
Ζει με τον μισθό του.
Πληρώνει σούπερ μάρκετ.
Πληρώνει ενέργεια.
Πληρώνει ενοίκιο.
Και αξιολογεί τελικά εάν η δική του πραγματική οικονομική κατάσταση έχει βελτιωθεί.
Γι’ αυτό η μακροοικονομική επιτυχία και η κοινωνική αίσθηση ευημερίας δεν είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Και υπάρχει ένας αριθμός που δυσκολεύει πολύ το επιχείρημα περί «συνέχειας»
Εδώ μπαίνει στη συζήτηση η τελευταία δημοσκόπηση της ALCO.
Στο ερώτημα εάν στις επόμενες εκλογές πρέπει να δοθεί στον Κυριάκο Μητσοτάκη τρίτη ευκαιρία διακυβέρνησης ή να υπάρξει αλλαγή διακυβέρνησης, τα αποτελέσματα είναι:
25% τρίτη ευκαιρία.
67% αλλαγή διακυβέρνησης.
8% δεν γνωρίζει/δεν απαντά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το 67% έχει βρει ποιον θέλει να κυβερνήσει.
Κάθε άλλο.
Στην ίδια δημοσκόπηση η ΝΔ παραμένει πρώτη με 24,3%, η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται στο 14,4% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,1%.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής πολιτικής συγκυρίας.
Υπάρχει μεγάλη διάθεση αλλαγής χωρίς αντίστοιχα συγκροτημένη εναλλακτική κυβερνητική επιλογή.
Και τα δύο μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα.
Το 67% δεν ανήκει στην αντιπολίτευση – αλλά ούτε μπορεί να εξαφανιστεί
Θα ήταν λάθος να υποστηρίξει κάποιος ότι το 67% αποτελεί ενιαίο αντικυβερνητικό εκλογικό μέτωπο.
Δεν είναι.
Εάν ήταν, τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα κατέγραφαν εντελώς διαφορετικά ποσοστά.
Αλλά θα ήταν εξίσου προβληματικό να χρησιμοποιηθεί η αδυναμία της αντιπολίτευσης για να υποβαθμιστεί το μήνυμα του 67%.
Γιατί η ερώτηση της ALCO είναι εξαιρετικά συγκεκριμένη.
Τρίτη ευκαιρία στην υφιστάμενη διακυβέρνηση ή αλλαγή;
Και η διαφορά είναι 42 μονάδες.
Άρα το πολιτικό μήνυμα δεν είναι ότι οι πολίτες έχουν ήδη επιλέξει διάδοχη κυβέρνηση.
Είναι ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα τους δηλώνει πως δεν επιθυμεί συνέχιση της σημερινής.
Και αυτό αποτελεί πραγματικό πολιτικό πρόβλημα για οποιονδήποτε οικοδομεί το αφήγημά του πάνω στη λέξη «συνέχεια».
«Να φύγει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε»;
Ο Σκέρτσος κλείνει με ένα ακόμη επιχείρημα:
ότι η μόνη εναλλακτική πρόταση της αντιπολίτευσης είναι «να φύγει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε».
Εδώ εγκαταλείπουμε πλέον τα οικονομικά δεδομένα και περνάμε καθαρά στην πολιτική αξιολόγηση.
Η κατακερματισμένη εικόνα της αντιπολίτευσης πράγματι αποτελεί δεδομένο της σημερινής δημοσκοπικής εικόνας.
Αλλά η αδυναμία του αντιπάλου δεν αποτελεί αυτομάτως θετική αξιολόγηση του κυβερνώντος.
Αυτά είναι δύο διαφορετικά ερωτήματα.
Μπορεί ένας ψηφοφόρος να θεωρεί ότι μια κυβέρνηση έχει ολοκληρώσει τον πολιτικό της κύκλο και ταυτόχρονα να μην εμπιστεύεται ακόμη καμία από τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις.
Η ALCO δείχνει ότι αυτή η κατηγορία πολιτών είναι πολιτικά σημαντική.
Το σωστό ερώτημα το θέτει τελικά ο ίδιος ο Σκέρτσος
Υπάρχει πάντως μία φράση του άρθρου με την οποία δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς:
οι εκλογές πρέπει να κρίνονται από «τις επιδόσεις, την αξιοπιστία, την ικανότητα και κυρίως το σχέδιο».
Ακριβώς.
Αλλά τότε ο λογαριασμός πρέπει να ανοίξει ολόκληρος.
Όχι μόνο ΑΕΠ.
Όχι μόνο χρέος.
Όχι μόνο ανεργία.
Στον απολογισμό μιας οκταετίας μπαίνουν η αγοραστική δύναμη, οι μισθοί, η ακρίβεια, η στέγαση, η Υγεία, η Παιδεία, η λειτουργία της Δικαιοσύνης, η αποτελεσματικότητα του κράτους, η παραγωγικότητα και η ποιότητα των θεσμών.
Και από την άλλη πλευρά πρέπει να αξιολογηθεί εξίσου αυστηρά εάν υπάρχει πειστική, συγκεκριμένη και κοστολογημένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Αυτός είναι πολύ πιο απαιτητικός έλεγχος από το δίλημμα «σταθερότητα ή αλλαγή».
Σταθερότητα πράγματι δεν σημαίνει στασιμότητα
Ο τίτλος του Σκέρτσου είναι σωστός:
σταθερότητα δεν σημαίνει στασιμότητα.
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη πρόταση:
η διάρκεια δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη προόδου.
Ο χρόνος μπορεί να επιτρέψει σε μια κυβέρνηση να ολοκληρώσει μεταρρυθμίσεις.
Μπορεί όμως και να επιτρέψει τη συσσώρευση προβλημάτων, καθυστερήσεων και φθοράς.
Αυτό δεν το αποφασίζει κάποιος ιστορικός κανόνας περί δύο ή τριών θητειών.
Το αποφασίζει ο απολογισμός.
Και τελικά το αποφασίζουν οι πολίτες.
Η σημερινή εικόνα παρουσιάζει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδοξο: η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να είναι καθαρά πρώτη στην πρόθεση ψήφου, αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας δηλώνει ότι επιθυμεί αλλαγή διακυβέρνησης.
Αυτό δεν αποτελεί ακόμη κυβερνητική πρόταση της αντιπολίτευσης.
Αποτελεί όμως προειδοποίηση προς την κυβέρνηση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα των εκλογών του 2027:
όχι αν επιτρέπεται μια τρίτη θητεία — προφανώς και επιτρέπεται. Αλλά αν, έπειτα από οκτώ χρόνια, αρκετοί πολίτες θα θεωρούν ότι η συνέχεια εξακολουθεί να σημαίνει πρόοδο ή ότι ήρθε η στιγμή να αναζητήσουν την αλλαγή.
Αυτό δεν μπορεί να το απαντήσει ούτε η Μέρκελ, ούτε ο Κολ, ούτε οποιοδήποτε στατιστικό προηγούμενο.
Θα το απαντήσει η ελληνική κάλπη.



