Ο Σαμαράς απειλεί τη χώρα επειδή μπορεί να κόψει ψήφους από τον Μητσοτάκη; Η δημοκρατία στα μέτρα της Νέας Δημοκρατίας!

Ένα άρθρο για το ενδεχόμενο ίδρυσης κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά παρουσιάζει την αποδυνάμωση της ΝΔ ως κίνδυνο εθνικής αποσταθεροποίησης. Η απώλεια της αυτοδυναμίας, οι κυβερνήσεις συνεργασίας, ακόμη και η πιθανότητα αλλαγής του εκλογικού νόμου περιγράφονται ως απειλές. Μόνο που η Δημοκρατία δεν έχει ως αποστολή να εξασφαλίζει στον Κυριάκο Μητσοτάκη την παραμονή του στην εξουσία.

Προσοχή! Ο Σαμαράς μπορεί να κάνει κόμμα και να χαλάσει την αυτοδυναμία!

Υπάρχει μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική αντίληψη για τη Δημοκρατία που αναδεικνύεται μέσα από το συγκεκριμένο άρθρο για τον Αντώνη Σαμαρά.

Ο πρώην πρωθυπουργός ενδέχεται να ιδρύσει νέο κόμμα.

Μέχρι εδώ, πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που έχει κάθε δικαίωμα να εξετάσει, όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης.

Όμως, σύμφωνα με τη συλλογιστική του αρθρογράφου, το πρόβλημα δεν είναι απλώς αν ο Σαμαράς διαθέτει πρόγραμμα, στελέχη ή πολιτική προοπτική.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι μπορεί να αφαιρέσει ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία.

Και αν αφαιρέσει αρκετές, μπορεί να στερήσει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη την αυτοδυναμία.

Και αν στερήσει την αυτοδυναμία, μπορεί να χρειαστούν κυβερνητικές συνεργασίες.

Και αν χρειαστούν συνεργασίες, μπορεί να προκύψει πολιτική αστάθεια.

Και κάπως έτσι, από την πιθανή ίδρυση ενός κόμματος φτάνουμε περίπου στην εθνική καταστροφή.

Εντυπωσιακό!

Δηλαδή, το πρόβλημα δεν είναι τι θα αποφασίσουν οι πολίτες στις εκλογές. Το πρόβλημα είναι μήπως αποφασίσουν κάτι που δεν εξασφαλίζει την αυτοδυναμία της ΝΔ.

Αυτό είναι το κεντρικό πολιτικό ζήτημα που αναδεικνύει το άρθρο.

Και αξίζει να εξεταστεί πολύ προσεκτικά.

Όταν η αυτοδυναμία μετατρέπεται σε εθνικό καθήκον

Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι μια πιθανή εκλογική επιτυχία του Αντώνη Σαμαρά θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντική βλάβη στη χώρα.

Γιατί;

Επειδή ενδέχεται να περιορίσει την εκλογική δύναμη της Νέας Δημοκρατίας και να δυσκολέψει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης.

Ας εξετάσουμε, όμως, τη λογική αυτού του επιχειρήματος.

Η αυτοδυναμία ενός κόμματος δεν αποτελεί συνταγματική υποχρέωση των ψηφοφόρων.

Δεν αποτελεί ούτε αυτονόητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της Δημοκρατίας.

Οι πολίτες ψηφίζουν ελεύθερα και η Βουλή που προκύπτει καλείται να αναδείξει κυβέρνηση σύμφωνα με το Σύνταγμα.

Αν ένα κόμμα συγκεντρώσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μπορεί να κυβερνήσει μόνο του.

Αν όχι, μπορούν να εξεταστούν συνεργασίες.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι θεσμική εκτροπή.

Είναι μέρος της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.

Επομένως, το επιχείρημα ότι ένα νέο κόμμα αποτελεί κίνδυνο επειδή μπορεί να εμποδίσει την αυτοδυναμία της ΝΔ χρειάζεται πολύ ισχυρότερη τεκμηρίωση.

Διαφορετικά, η επιθυμία ενός πολιτικού χώρου να διατηρήσει την εξουσία συγχέεται με το γενικό συμφέρον της χώρας.

Η μεγάλη ανακάλυψη: Οι ψηφοφόροι δεν είναι υποχρεωμένοι να ψηφίζουν Μητσοτάκη!

Υπάρχει, βεβαίως, και μια άλλη δυνατότητα, την οποία η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία μοιάζει να αντιμετωπίζει ως ανεπιθύμητη.

Να επιλέξουν οι πολίτες κάποιο άλλο κόμμα.

Να μην επιθυμούν αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ.

Να θεωρούν ότι η χώρα χρειάζεται διαφορετικό κυβερνητικό σχήμα.

Να απορρίπτουν την κυβερνητική πολιτική.

Αυτό δεν συνιστά αποσταθεροποίηση.

Συνιστά άσκηση του εκλογικού δικαιώματος.

Ο αρθρογράφος έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή για τη χώρα.

Έχει επίσης κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με τις θέσεις του Αντώνη Σαμαρά.

Εκείνο που δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο είναι ότι κάθε εκλογική εξέλιξη που αποδυναμώνει τη ΝΔ αποτελεί ταυτόχρονα πλήγμα για την Ελλάδα.

Η χώρα δεν ταυτίζεται με ένα κόμμα. Και η πολιτική σταθερότητα δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την παραμονή ενός συγκεκριμένου πρωθυπουργού στην εξουσία.

Αυτή είναι μια βασική διάκριση που φαίνεται να χάνεται μέσα στην αγωνία για την αυτοδυναμία.

Και αν η ΝΔ πέσει κάτω από το 25%; Εκεί αρχίζει ο πραγματικός πανικός

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο καταλαμβάνει το ενδεχόμενο η Νέα Δημοκρατία να περιοριστεί κάτω από το 25%.

Ο αρθρογράφος περιγράφει μια αλληλουχία πιθανών εξελίξεων: περιορισμένη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της ΝΔ, δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης από άλλα κόμματα και ενδεχόμενη αλλαγή του εκλογικού νόμου.

Εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τα πραγματικά δεδομένα από τις υποθέσεις.

Το όριο του 25% έχει σημασία για την ενεργοποίηση του κλιμακωτού μπόνους εδρών του ισχύοντος εκλογικού συστήματος.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι ένα κόμμα που βρίσκεται κάτω από αυτό το ποσοστό θα εκλέξει υποχρεωτικά συγκεκριμένο αριθμό βουλευτών. Η κατανομή εξαρτάται και από τα ποσοστά των υπόλοιπων κομμάτων και τις ψήφους που μένουν εκτός Βουλής.

Αντίστοιχα, η δυνατότητα μιας άλλης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να σχηματίσει κυβέρνηση δεν αποτελεί από μόνη της απειλή για τη χώρα.

Αποτελεί προβλεπόμενη δημοκρατική διαδικασία.

Και η αλλαγή του εκλογικού νόμου υπόκειται σε συγκεκριμένους συνταγματικούς κανόνες, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα την επιδιώκει.

Ο αρθρογράφος μπορεί να διαφωνεί πολιτικά με ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Αλλά άλλο πράγμα η διαφωνία και άλλο η παρουσίασή του ως περίπου εθνικής συμφοράς.

Η Τουρκία επιστρατεύεται και αυτή στην υπεράσπιση της αυτοδυναμίας

Η επιχειρηματολογία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν στη συζήτηση εισέρχεται η Τουρκία.

Σύμφωνα με το άρθρο, μια περίοδος πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα θα μπορούσε να την ευνοήσει.

Η ανησυχία για τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης κυβερνητικής κρίσης στην εξωτερική πολιτική είναι θεμιτή.

Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι το συμπέρασμα ότι η απώλεια της αυτοδυναμίας της ΝΔ συνεπάγεται γεωπολιτικό κίνδυνο υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Η Ελλάδα διαθέτει θεσμούς, Ένοπλες Δυνάμεις, διπλωματικές υπηρεσίες, διεθνείς συμμαχίες και συνέχεια στη λειτουργία του κράτους.

Η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να παρουσιάζεται σαν να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν ένα συγκεκριμένο κόμμα θα συγκεντρώσει 151 έδρες.

Διαφορετικά, κάθε εκλογική αναμέτρηση στην οποία δεν εξασφαλίζεται αυτοδυναμία θα μπορούσε να περιγράφεται ως απειλή για τα εθνικά συμφέροντα.

Και αυτό θα ήταν μια εξαιρετικά περιοριστική αντίληψη για τη δημοκρατική λειτουργία.

Ο Τσίπρας εμφανίζεται ξανά ως ο μεγάλος φόβος

Στη συνέχεια, το άρθρο στρέφεται στον Αλέξη Τσίπρα.

Ο πρώην πρωθυπουργός παρουσιάζεται ως πιθανός κεντρικός παράγοντας μιας μελλοντικής κυβέρνησης συνεργασίας, η οποία, κατά την εκτίμηση του αρθρογράφου, θα οδηγούσε τη χώρα σε νέες οικονομικές περιπέτειες.

Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση, όχι για βεβαιωμένο αποτέλεσμα.

Δεν υπάρχει σήμερα γνωστή σύνθεση μιας τέτοιας κυβέρνησης, ούτε συγκεκριμένη συμφωνία των κομμάτων που θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε αυτή.

Η κριτική στην οικονομική διαχείριση της κυβέρνησης Τσίπρα, όπως και στην πολιτική οποιασδήποτε προηγούμενης κυβέρνησης, είναι απολύτως θεμιτή.

Όμως η πρόβλεψη ότι κάθε πιθανό κυβερνητικό σχήμα στο οποίο θα είχε ρόλο θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε νέες περιπέτειες απαιτεί στοιχεία που δεν παρουσιάζονται.

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε υποθετικά σενάρια, τα οποία στη συνέχεια αντιμετωπίζονται σαν βέβαιες μελλοντικές εξελίξεις.

Από τον Σαμαρά στον Βελόπουλο, στη Λατινοπούλου και στην Καρυστιανού

Το άρθρο προχωρά ακόμη περισσότερο, εντάσσοντας στη συζήτηση μια σειρά διαφορετικών πολιτικών και δημόσιων προσώπων.

Ο Αντώνης Σαμαράς κατηγορείται ότι ενισχύει τον ακροδεξιό λόγο.

Ακολουθούν αναφορές στον Κυριάκο Βελόπουλο, την Αφροδίτη Λατινοπούλου, τον Δημήτρη Νατσιό και τη Μαρία Καρυστιανού.

Οι πολιτικές θέσεις κάθε προσώπου μπορούν και πρέπει να εξετάζονται συγκεκριμένα.

Άλλο, όμως, η τεκμηριωμένη κριτική σε εθνικιστικές ή ακραίες τοποθετήσεις και άλλο η ομαδοποίηση διαφορετικών προσώπων κάτω από έναν κοινό χαρακτηρισμό χωρίς επαρκή ανάλυση των θέσεών τους.

Ιδιαίτερα η ένταξη της Μαρίας Καρυστιανού στην ίδια κατηγορία απαιτεί συγκεκριμένη πολιτική τεκμηρίωση, όχι απλώς έναν υπαινιγμό.

Η κριτική στις δημόσιες παρεμβάσεις της είναι θεμιτή.

Δεν αρκεί όμως μια απαρίθμηση ονομάτων για να αποδειχθεί ότι όλα τα πρόσωπα εκφράζουν ταυτόσημη ιδεολογία ή συγκροτούν ενιαίο πολιτικό μέτωπο.

Ο Σαμαράς κρίνεται για τις θέσεις του, όχι για το αν ενοχλεί τον Μητσοτάκη

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο κεντρικό ζήτημα.

Ο Αντώνης Σαμαράς έχει διατελέσει πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Η πολιτική του διαδρομή, οι αποφάσεις του, οι θέσεις του για τα εθνικά ζητήματα και η κυβερνητική του θητεία αποτελούν αντικείμενο δημόσιας κριτικής.

Και ασφαλώς δεν βρίσκεται υπεράνω αυτής της κριτικής.

Αν αποφασίσει να ιδρύσει νέο κόμμα, θα πρέπει να παρουσιάσει πρόγραμμα, στελέχη, προτάσεις και συγκεκριμένες απαντήσεις στα προβλήματα της χώρας.

Οι πολίτες θα αξιολογήσουν τις επιλογές του.

Όμως η αξιολόγηση αυτή δεν μπορεί να περιορίζεται στο ερώτημα αν το νέο κόμμα θα βλάψει εκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Γιατί τότε δεν αξιολογείται ο Σαμαράς με βάση τις πολιτικές του θέσεις.

Αξιολογείται με βάση το πόσο δυσκολεύει την κυβερνητική επιδίωξη της αυτοδυναμίας.

Και αυτή είναι μια διαφορετική συζήτηση.

Η Δημοκρατία δεν είναι μηχανισμός εξασφάλισης αυτοδυναμίας

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του άρθρου δεν είναι τελικά η σφοδρότητα της κριτικής προς τον Αντώνη Σαμαρά.

Είναι η συλλογιστική με την οποία συνδέεται η πιθανή εκλογική αποδυνάμωση της ΝΔ με την πολιτική αστάθεια, την οικονομική αβεβαιότητα και τον κίνδυνο για τα εθνικά συμφέροντα.

Η κυβερνητική σταθερότητα αποτελεί ασφαλώς σημαντικό πολιτικό ζητούμενο.

Αλλά η σταθερότητα δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των αυτοδύναμων κυβερνήσεων.

Ούτε οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι εξ ορισμού αποτυχημένες.

Η επιτυχία ή αποτυχία τους κρίνεται από τη συνοχή τους, το πρόγραμμά τους, τις αποφάσεις τους και τα αποτελέσματά τους.

Το ίδιο ισχύει και για τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις.

Το πραγματικό κριτήριο δεν είναι πόσα κόμματα συμμετέχουν στην κυβέρνηση, αλλά πώς κυβερνούν.

Και αυτό ισχύει είτε πρωθυπουργός είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είτε οποιοσδήποτε άλλος.

Το ερώτημα που αποφεύγεται

Αν η Νέα Δημοκρατία δυσκολεύεται να εξασφαλίσει αυτοδυναμία, υπάρχει ένα ερώτημα που προηγείται όλων των σεναρίων για τον Αντώνη Σαμαρά.

Γιατί;

Γιατί ένα μέρος των ψηφοφόρων ενδέχεται να αναζητήσει άλλες πολιτικές επιλογές;

Ποιες κυβερνητικές αποφάσεις προκαλούν δυσαρέσκεια;

Ποιες κοινωνικές ομάδες αισθάνονται ότι οι ανάγκες τους δεν καλύπτονται;

Ποιες πολιτικές διαφωνίες υπάρχουν στο εσωτερικό της ευρύτερης κεντροδεξιάς παράταξης;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που μπορούν να εξηγήσουν ουσιαστικά τις πολιτικές μετακινήσεις.

Η ίδρυση ενός νέου κόμματος μπορεί να αποτελέσει έναν παράγοντα εκλογικής αναδιάταξης.

Δεν αποτελεί όμως από μόνη της εξήγηση για την απώλεια εμπιστοσύνης προς ένα κυβερνών κόμμα.

Και η αντιμετώπιση κάθε πιθανής εκλογικής απώλειας ως απειλής για τη χώρα δεν απαντά στα αίτια της δυσαρέσκειας.

Απλώς μεταφέρει τη συζήτηση από την κυβερνητική πολιτική στον φόβο για το τι θα συμβεί αν αλλάξει ο πολιτικός συσχετισμός.

Η Ελλάδα δεν είναι ιδιοκτησία της Νέας Δημοκρατίας. Η αυτοδυναμία δεν είναι κεκτημένο δικαίωμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και η ψήφος των πολιτών δεν είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί την πολιτική επιβίωση κανενός.

Αυτό είναι το δημοκρατικό δεδομένο που καμία ανάλυση περί ακυβερνησίας δεν μπορεί να παρακάμψει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ