Ακρίβεια χωρίς φρένο: Νέες αυξήσεις έως 15% στα σούπερ μάρκετ – Η «συμφωνία κυρίων» δεν γεμίζει το καλάθι των νοικοκυριών

Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα ελληνικά νοικοκυριά, την ώρα που η κυβερνητική πολιτική για τη συγκράτηση των τιμών βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορούν οι εθελοντικές συμφωνίες με τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα που έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά; Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, νέοι τιμοκατάλογοι προμηθευτών περιλαμβάνουν αυξήσεις έως και 15% σε ορισμένα προϊόντα, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζονται. Και όσο η κυβέρνηση επικαλείται τη δημοσιονομική σταθερότητα, τόσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η πραγματικότητα στο ταμείο διαψεύδει τις κυβερνητικές προσδοκίες

Για εκατομμύρια καταναλωτές, η ακρίβεια δεν αποτελεί πλέον μια έκτακτη δυσκολία. Έχει μετατραπεί σε καθημερινή πραγματικότητα.

Η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ απαιτεί ολοένα μεγαλύτερο οικονομικό προγραμματισμό, με τα νοικοκυριά να περιορίζουν αγορές, να αναζητούν προσφορές και να συγκρίνουν τιμές ακόμη και για προϊόντα πρώτης ανάγκης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβερνητική επιλογή της συνεννόησης με τη βιομηχανία και τις μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου εμφανίστηκε ως μια λύση που θα μπορούσε να προσφέρει ανακούφιση χωρίς σημαντική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού.

Η λογική ήταν απλή: οι επιχειρήσεις θα προχωρούσαν σε μειώσεις τιμών σε συγκεκριμένους κωδικούς προϊόντων και οι καταναλωτές θα έβλεπαν το όφελος στο ταμείο.

Όμως η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας δεν κρίνεται από τον αριθμό των προϊόντων που εντάσσονται σε μια συμφωνία ούτε από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις.

Κρίνεται από το εάν το συνολικό κόστος των βασικών αγορών μειώνεται ουσιαστικά και διατηρήσιμα.

Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα.

Νέοι τιμοκατάλογοι με αυξήσεις έως 15%

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρατίθενται στο δημοσίευμα, οι νέοι τιμοκατάλογοι που έχουν κοινοποιηθεί από προμηθευτές προς τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ περιλαμβάνουν ανατιμήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν έως και το 15%.

Πρόκειται για αναφορές που αφορούν τρόφιμα και βασικά καταναλωτικά αγαθά.

Δεν έχει παρουσιαστεί, ωστόσο, αναλυτικός κατάλογος προϊόντων και επιχειρήσεων που να επιτρέπει την ανεξάρτητη αξιολόγηση του εύρους των ανατιμήσεων.

Εφόσον οι αυξήσεις αυτές περάσουν στις τελικές τιμές λιανικής, θα αποτελέσουν πρόσθετη επιβάρυνση για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν οι ανατιμήσεις αφορούν προϊόντα που οι πολίτες δεν μπορούν εύκολα να περιορίσουν ή να αντικαταστήσουν.

Η ακρίβεια στα τρόφιμα έχει διαφορετικό κοινωνικό βάρος από την αύξηση της τιμής ενός μη αναγκαίου προϊόντος.

Για μια οικογένεια με περιορισμένο εισόδημα, ακόμη και μια μικρή αύξηση σε πολλά καθημερινά είδη μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επιβαρυντική.

Η «συμφωνία κυρίων» και τα όρια των εθελοντικών μειώσεων

Η κυβερνητική πρωτοβουλία για μειώσεις τιμών μέσω συνεννόησης με τις επιχειρήσεις στηρίζεται σε έναν μηχανισμό εθελοντικής συνεργασίας.

Το πλεονέκτημά της είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί σχετικά γρήγορα, χωρίς να απαιτείται άμεση δημοσιονομική δαπάνη.

Το μειονέκτημά της, όμως, είναι εξίσου σημαντικό: δεν εγγυάται γενικευμένη ή μόνιμη μείωση των τιμών.

Μια επιχείρηση μπορεί να μειώσει την τιμή ορισμένων προϊόντων, ενώ σε άλλους κωδικούς να καταγράφονται αυξήσεις.

Επιπλέον, μια προσωρινή μείωση δεν εξασφαλίζει ότι η τιμή θα παραμείνει χαμηλότερη όταν ολοκληρωθεί η πρωτοβουλία.

Γι’ αυτό και η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πρέπει να αξιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία: ποια προϊόντα συμμετέχουν, ποια ήταν η τιμή τους πριν, πόσο μειώθηκε και για πόσο διάστημα διατηρήθηκε η μείωση.

Χωρίς αυτά τα δεδομένα, υπάρχει κίνδυνος η δημόσια συζήτηση να περιοριστεί σε ανακοινώσεις και εντυπώσεις.

Η εθελοντική συγκράτηση τιμών μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί τον μοναδικό πυλώνα μιας πολιτικής αντιμετώπισης της ακρίβειας.

Πληθωρισμός 5%: Ο αριθμός που αποκαλύπτει την ένταση της πίεσης

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική από τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της 9ης Οκτωβρίου, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 5% τον Σεπτέμβριο του 2026.

ELSTAT

Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα προϊόντα ακρίβυναν κατά 5%. Αποτυπώνει τη μέση ετήσια μεταβολή του γενικού επιπέδου τιμών που περιλαμβάνει ο δείκτης.

Ωστόσο, για τα νοικοκυριά που έχουν ήδη αντιμετωπίσει αλλεπάλληλες ανατιμήσεις τα προηγούμενα χρόνια, ακόμη και μια νέα αύξηση προστίθεται σε ένα ήδη υψηλό κόστος διαβίωσης.

Αυτό είναι και το στοιχείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.

Η επιβράδυνση του πληθωρισμού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τιμές μειώνονται. Σημαίνει ότι αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό.

Όταν, μάλιστα, ο πληθωρισμός επιταχύνεται, η πίεση στην αγοραστική δύναμη γίνεται ακόμη εντονότερη.

Η Ελλάδα και η Ευρωζώνη: Γιατί χρειάζεται προσοχή στη σύγκριση

Η ακρίβεια δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.

Η Eurostat εκτίμησε ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε από 3,2% τον Αύγουστο σε 3,8% τον Σεπτέμβριο του 2026.

Η ενέργεια αποτέλεσε τον σημαντικότερο παράγοντα της ανόδου, με εκτιμώμενο ετήσιο ρυθμό αύξησης 18,8%.

Eurostat

Αυτό επιβεβαιώνει ότι οι διεθνείς ενεργειακές πιέσεις επηρεάζουν συνολικά τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Δεν απαντά, όμως, από μόνο του στο ερώτημα γιατί οι επιβαρύνσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα.

Στο αρχικό δημοσίευμα γίνεται αναφορά σε ελληνικό εναρμονισμένο πληθωρισμό 6,1%, έναντι 3,7% τον Αύγουστο. Πρόκειται για διαφορετικό δείκτη από τον εθνικό πληθωρισμό 5% της ΕΛΣΤΑΤ και η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αντίστοιχα στοιχεία της Eurostat.

Σε κάθε περίπτωση, η ουσία παραμένει: οι διεθνείς κρίσεις εξηγούν μέρος της ακρίβειας, αλλά δεν απαλλάσσουν την κυβέρνηση από την ευθύνη να περιορίζει τις επιπτώσεις της στην ελληνική κοινωνία.

Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν μπορεί να αποτελεί απάντηση για όλα

Η κυβέρνηση επικαλείται συχνά την ανάγκη προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας όταν τίθεται ζήτημα πρόσθετων μέτρων στήριξης.

Το επιχείρημα έχει πραγματική οικονομική βάση.

Οι δημόσιες δαπάνες δεν μπορούν να αυξάνονται ανεξέλεγκτα, ενώ μια οριζόντια πολιτική ενίσχυσης της κατανάλωσης μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να ενισχύσει περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις.

Όμως η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε άλλοθι πολιτικής αδράνειας.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην αποφυγή υπερβολικών δαπανών και στην απουσία στοχευμένων παρεμβάσεων.

Μια κυβέρνηση μπορεί να προστατεύει τα δημόσια οικονομικά και ταυτόχρονα να ενισχύει τους ελέγχους στην αγορά, να αντιμετωπίζει αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και να κατευθύνει τη διαθέσιμη στήριξη στα νοικοκυριά με τις μεγαλύτερες ανάγκες.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει ο προϋπολογισμός.

Είναι και πόσο αποτελεσματικά χρησιμοποιούνται τα εργαλεία που ήδη διαθέτει το κράτος.

Έλεγχοι στην αγορά, ανταγωνισμός και πραγματική διαφάνεια

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Η αυστηρότερη εποπτεία της αγοράς, ο έλεγχος αθέμιτων πρακτικών, η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών αποτελούν σημαντικά εργαλεία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει να γνωρίζει ο καταναλωτής πότε μια μείωση είναι πραγματική και πότε αποτελεί προσωρινή εμπορική προσφορά.

Εξίσου κρίσιμο είναι να εξετάζεται αν οι αυξήσεις στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς μετακυλίονται αναλογικά στις τελικές τιμές ή αν υπάρχουν περιπτώσεις αδικαιολόγητης επιβάρυνσης.

Δεν σημαίνει ότι κάθε ανατίμηση αποτελεί αισχροκέρδεια.

Σημαίνει, όμως, ότι η πολιτεία οφείλει να διαθέτει αξιόπιστους μηχανισμούς ελέγχου και να παρεμβαίνει όταν εντοπίζονται παραβάσεις.

Οι καταναλωτές χρειάζονται αποτελέσματα, όχι μόνο συστάσεις προς τις επιχειρήσεις να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αγοραστική δύναμη

Η ακρίβεια δεν πλήττει όλους τους πολίτες με τον ίδιο τρόπο.

Ένα νοικοκυριό με υψηλό εισόδημα μπορεί να απορροφήσει ευκολότερα μια αύξηση στις τιμές των τροφίμων ή της ενέργειας.

Για έναν χαμηλόμισθο, έναν συνταξιούχο ή μια οικογένεια με παιδιά, όμως, η ίδια αύξηση μπορεί να σημαίνει περιορισμό άλλων αναγκαίων δαπανών.

Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο όταν σημαντικό μέρος του μηνιαίου εισοδήματος κατευθύνεται ήδη σε ενοίκιο, λογαριασμούς και βασικά είδη διατροφής.

Η συζήτηση για την ακρίβεια δεν μπορεί συνεπώς να αποσυνδέεται από την εξέλιξη των πραγματικών εισοδημάτων.

Δεν αρκεί να ανακοινώνεται αύξηση μισθών ή συντάξεων.

Πρέπει να εξετάζεται εάν η αύξηση αυτή υπερκαλύπτει την επιβάρυνση από τις τιμές.

Διαφορετικά, οι ονομαστικές αυξήσεις κινδυνεύουν να εξανεμιστούν πριν γίνουν αισθητές στην καθημερινότητα.

Το ζητούμενο δεν είναι άλλη μία συμφωνία, αλλά πραγματική ανακούφιση

Η κυβερνητική πολιτική βρίσκεται μπροστά σε μια ουσιαστική δοκιμασία.

Η συμφωνία με τις επιχειρήσεις μπορεί να προσφέρει ορισμένες μειώσεις σε συγκεκριμένα προϊόντα. Όμως δεν αρκεί από μόνη της για να αντιμετωπίσει τις ευρύτερες πληθωριστικές πιέσεις.

Η αναφορά σε νέες αυξήσεις έως 15% χρειάζεται αναλυτική τεκμηρίωση, αλλά λειτουργεί ως προειδοποίηση για το ενδεχόμενο πρόσθετων επιβαρύνσεων.

Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός 5% που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνει ότι η πίεση στις τιμές παραμένει σημαντική.

Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αναγκαία. Δεν αποτελεί, όμως, επαρκή απάντηση σε κάθε αίτημα για ουσιαστική προστασία της αγοραστικής δύναμης.

Η κυβέρνηση δεν θα κριθεί από το πόσες συμφωνίες ανακοίνωσε με τα σούπερ μάρκετ ούτε από το πόσες φορές επικαλέστηκε τις διεθνείς κρίσεις. Θα κριθεί από το αν οι πολίτες μπορούν να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες χωρίς να βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας.

Και όσο το καλάθι του σούπερ μάρκετ παραμένει δυσβάσταχτο, τόσο οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις θα δοκιμάζονται στην πιο απλή και αμείλικτη πραγματικότητα: στο ταμείο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ