Τα «ορφανά του Σημίτη», ο Λαζόπουλος και η συζήτηση που αποφεύγουν για τη σημερινή ΝΔ

Λαζόπουλος, Σαμαράς και Μητσοτάκης: Η επιλεκτική μνήμη των «ορφανών του Σημίτη» και των φερεφώνων του Μητσοτακισμού

Η επίθεση στον Λάκη Λαζόπουλο, το παρελθόν του Άδωνι Γεωργιάδη και του Μάκη Βορίδη και το ερώτημα που αποφεύγουν οι επικριτές του: ποιος τους επέλεξε για τις κυβερνήσεις μετά το 2019;

Μια νέα πολιτική αντιπαράθεση ξέσπασε με αφορμή τις τοποθετήσεις του Λάκη Λαζόπουλου για τον Αντώνη Σαμαρά και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Αυτή τη φορά, την τιμητική τους έχουν εκείνοι που στην πολιτική αντιπαράθεση περιγράφονται ως «ορφανά του Σημίτη» και φερέφωνα του Μητσοτακισμού. Πρόκειται για χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται εδώ ως πολιτική κριτική για τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, όχι ως διαπιστωμένη κομματική διαδρομή των συντακτών.

Η αφορμή είναι ένα σχόλιο που κατηγορεί τον Λαζόπουλο για αντιφάσεις.

Σύμφωνα με το σχόλιο, ο γνωστός καλλιτέχνης σήμερα μιλά θετικά για τον Αντώνη Σαμαρά, ενώ την περίοδο της πρωθυπουργίας του τον χαρακτήριζε ακροδεξιό.

Παράλληλα, του καταλογίζεται ότι χαρακτηρίζει ακροδεξιά τη σημερινή Νέα Δημοκρατία εξαιτίας της παρουσίας του Άδωνι Γεωργιάδη και του Μάκη Βορίδη, παρότι τα δύο στελέχη εντάχθηκαν στο κόμμα επί Σαμαρά.

Το σχόλιο καταλήγει με την προσωπική ειρωνεία ότι ο Λαζόπουλος δεν είναι πλέον κωμικός ηθοποιός, αλλά γίνεται κωμικός κάθε φορά που μιλά.

Μόνο που πίσω από την ατάκα υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα το οποίο παραμένει αναπάντητο.

Ο Σαμαράς τους έφερε. Ο Μητσοτάκης τι έκανε;

Ας αρχίσουμε από το γεγονός στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η επίθεση.

Πράγματι, ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Μάκης Βορίδης προσχώρησαν στη Νέα Δημοκρατία τον Φεβρουάριο του 2012, επί προεδρίας Αντώνη Σαμαρά, προερχόμενοι από τον ΛΑΟΣ.

Η ιστορική αναφορά είναι σωστή.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν χρησιμοποιείται σαν να αποτελεί οριστική απάντηση για τη σημερινή πολιτική φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας.

Διότι υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.

Από το 2016, πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Και από το 2019, πρωθυπουργός της χώρας.

Ο ίδιος επέλεξε να αξιοποιήσει κυβερνητικά τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Μάκη Βορίδη.

Ο Γεωργιάδης ανέλαβε διαδοχικά σημαντικά υπουργικά χαρτοφυλάκια, ενώ ο Βορίδης συμμετείχε επίσης σε κυβερνητικά σχήματα.

Αυτές δεν ήταν αποφάσεις του Αντώνη Σαμαρά.

Ήταν αποφάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Επομένως, η συζήτηση δεν μπορεί να σταματά στο ποιος τους έφερε στη Νέα Δημοκρατία.

Πρέπει να συνεχίζεται στο ποιος τους επέλεξε, ποιος τους ανέθεσε κυβερνητικές αρμοδιότητες και ποιος φέρει την πολιτική ευθύνη αυτών των επιλογών.

Η ένταξη σε ένα κόμμα το 2012 δεν αποτελεί ισόβιο απαλλακτικό ευθυνών για κάθε επόμενη ηγεσία του.

Το επιχείρημα που γυρίζει μπούμερανγκ

Ας ακολουθήσουμε τη λογική του σχολίου μέχρι τέλους.

Ο Λαζόπουλος, υποστηρίζει ο συντάκτης, δεν μπορεί να επικρίνει τη σημερινή Νέα Δημοκρατία για την παρουσία Γεωργιάδη και Βορίδη, επειδή ο Σαμαράς ήταν εκείνος που τους ενέταξε στο κόμμα.

Γιατί όμως δεν μπορεί;

Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στην αρχική ένταξη ενός στελέχους.

Υπάρχει και η ευθύνη της διατήρησης, της αναβάθμισης και της κυβερνητικής αξιοποίησής του.

Αν ένας πολιτικός θεωρεί ότι η παρουσία συγκεκριμένων προσώπων επηρεάζει την ιδεολογική φυσιογνωμία ενός κόμματος, έχει κάθε δικαίωμα να αξιολογήσει και την αρχική επιλογή και τη μετέπειτα πορεία τους.

Η κριτική μπορεί να είναι βάσιμη ή αβάσιμη. Αυτό θα κριθεί από τα συγκεκριμένα πολιτικά στοιχεία.

Δεν ακυρώνεται, όμως, επειδή ορισμένα στελέχη εντάχθηκαν στο κόμμα επί προηγούμενου αρχηγού.

Με την ίδια λογική, καμία σημερινή κομματική ηγεσία δεν θα μπορούσε να κριθεί για στελέχη που κληρονόμησε από το παρελθόν.

Μια τέτοια προσέγγιση θα καθιστούσε την πολιτική λογοδοσία εξαιρετικά περιορισμένη.

Και βεβαίως ιδιαίτερα βολική για όποιον βρίσκεται σήμερα στην εξουσία.

Τα «ορφανά του Σημίτη» και η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό

Ο χαρακτηρισμός «ορφανά του Σημίτη» παραπέμπει στην πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τη μετακίνηση προσώπων και ιδεών από τον εκσυγχρονιστικό χώρο του ΠΑΣΟΚ προς τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η σημερινή ΝΔ πράγματι περιλαμβάνει στελέχη με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες.

Υπάρχουν πολιτικοί της παραδοσιακής κεντροδεξιάς, πρόσωπα με προέλευση από τον ΛΑΟΣ και στελέχη που είχαν συνδεθεί με το ΠΑΣΟΚ.

Αυτή η σύνθεση αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή της ηγεσίας Μητσοτάκη.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν ένας πολιτικός χώρος μπορεί να υποδέχεται πρόσωπα διαφορετικής προέλευσης.

Φυσικά και μπορεί.

Το ζήτημα είναι πώς συνδυάζονται οι διαφορετικές αυτές τάσεις, ποια πολιτική εφαρμόζεται και ποιες απόψεις αποκτούν κυβερνητική επιρροή.

Ούτε η επίκληση του εκσυγχρονισμού αποδεικνύει αυτομάτως μια μετριοπαθή πολιτική φυσιογνωμία.

Ούτε η παρουσία στελεχών με δεξιότερες πολιτικές καταβολές αποδεικνύει από μόνη της ότι ολόκληρο το κόμμα είναι ακροδεξιό.

Οι χαρακτηρισμοί χρειάζονται συγκεκριμένη τεκμηρίωση.

Και αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που αποφεύγεται όταν η αντιπαράθεση περιορίζεται στο ποιος είπε τι για τον Σαμαρά πριν από δεκατέσσερα χρόνια.

Μπορεί ο Λαζόπουλος να αλλάξει γνώμη για τον Σαμαρά;

Ασφαλώς και μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν ο Λάκης Λαζόπουλος είναι συνεπής στις δημόσιες τοποθετήσεις του.

Αν στο παρελθόν χαρακτήριζε τον Σαμαρά ακροδεξιό και σήμερα τον αντιμετωπίζει θετικά, η αλλαγή αυτή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής.

Χρειάζεται, όμως, να εξεταστεί τι ακριβώς είπε τότε και τι λέει σήμερα.

Άλλο πράγμα να αναγνωρίζει κανείς την πολιτική εμπειρία ενός πρώην πρωθυπουργού και άλλο να υιοθετεί συνολικά τις ιδεολογικές του θέσεις.

Άλλο να συμφωνεί με μία συγκεκριμένη τοποθέτηση του Σαμαρά και άλλο να αναιρεί κάθε προηγούμενη διαφωνία μαζί του.

Οι πολιτικές απόψεις δεν είναι υποχρεωτικό να παραμένουν αμετάβλητες επί δεκαετίες.

Αυτό που απαιτείται είναι συνέπεια στην επιχειρηματολογία και σαφής εξήγηση των αλλαγών.

Η αναζήτηση αντιφάσεων είναι θεμιτή.

Η παρουσίασή τους ως αυταπόδεικτης ακύρωσης κάθε σημερινής άποψης είναι κάτι διαφορετικό.

Η ιδεολογική ταυτότητα της ΝΔ δεν κρίνεται από ένα όνομα

Ας φτάσουμε στο πιο ουσιαστικό σημείο.

Η συζήτηση για το αν η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει μετακινηθεί ιδεολογικά προς τα δεξιά δεν μπορεί να κριθεί μόνο από την παρουσία δύο υπουργών.

Απαιτεί εξέταση της κυβερνητικής πολιτικής, της δημόσιας ρητορικής, των θέσεων για τη μετανάστευση, την ασφάλεια, τους θεσμούς, τα κοινωνικά δικαιώματα και την οικονομία.

Απαιτεί επίσης να εξεταστεί ποια στελέχη διαμορφώνουν τις αποφάσεις και ποιες πολιτικές κατευθύνσεις τελικά υιοθετούνται.

Ο χαρακτηρισμός «ακροδεξιά» έχει συγκεκριμένο πολιτικό βάρος και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς τεκμηρίωση.

Αλλά ούτε μπορεί να αποκλείεται εκ των προτέρων η συζήτηση για τις δεξιότερες ιδεολογικές επιρροές ενός κόμματος, μόνο και μόνο επειδή τα συγκεκριμένα στελέχη προέρχονται από προηγούμενη ηγετική περίοδο.

Αντί να αντιμετωπίζεται αυτή η συζήτηση ως απλή προσωπική αντιπαράθεση με τον Λαζόπουλο, θα μπορούσε να εξεταστεί με συγκεκριμένα πολιτικά δεδομένα.

Και τελικά, ποιος είναι ο πραγματικός στόχος του σχολίου;

Το συγκεκριμένο σχόλιο επικεντρώνεται στις αντιφάσεις του Λαζόπουλου.

Αυτό είναι απολύτως θεμιτό αντικείμενο δημόσιας κριτικής.

Όμως η επιλογή να ολοκληρωθεί με προσωπική απαξίωση, αντί με μια ουσιαστική απάντηση στα ζητήματα που τίθενται, περιορίζει την πολιτική του αξία.

Η ειρωνεία μπορεί να είναι αποτελεσματικό εργαλείο στον δημόσιο διάλογο.

Δεν υποκαθιστά όμως τα επιχειρήματα.

Αν ο Λαζόπουλος κάνει μια λανθασμένη πολιτική εκτίμηση, η απάντηση βρίσκεται στα γεγονότα που τη διαψεύδουν.

Αν χρησιμοποιεί αβάσιμους χαρακτηρισμούς, χρειάζεται να εξηγηθεί γιατί είναι αβάσιμοι.

Αν αντιφάσκει, πρέπει να παρουσιαστούν οι συγκεκριμένες αντιφατικές δηλώσεις του.

Η αναφορά στην επαγγελματική του ιδιότητα δεν απαντά σε κανένα από αυτά.

Και η επίκληση του Σαμαρά δεν εξηγεί τις επιλογές Μητσοτάκη.

Το ερώτημα που δεν σβήνει με μια ατάκα

Η ιστορία είναι απλή.

Ο Αντώνης Σαμαράς υποδέχθηκε τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Μάκη Βορίδη στη Νέα Δημοκρατία το 2012.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, χρόνια αργότερα, τους ανέθεσε σημαντικούς κυβερνητικούς ρόλους.

Και τα δύο γεγονότα είναι απαραίτητα για να εξεταστεί η πολιτική τους διαδρομή.

Η αποσιώπηση οποιουδήποτε από τα δύο οδηγεί σε ελλιπή εικόνα.

Επομένως, όσοι θέλουν να ασκήσουν κριτική στον Λαζόπουλο μπορούν ασφαλώς να το κάνουν.

Αλλά δεν αρκεί να επικαλούνται την περίοδο Σαμαρά για να αποφεύγουν την αξιολόγηση των σημερινών κυβερνητικών επιλογών.

Ο Σαμαράς άνοιξε την πόρτα της Νέας Δημοκρατίας στον Γεωργιάδη και στον Βορίδη. Ο Μητσοτάκης επέλεξε να τους δώσει κυβερνητική εξουσία.

Αυτή είναι η ιστορική συνέχεια.

Και κανένα ευφυολόγημα για τον Λαζόπουλο δεν την αλλάζει.

Το πραγματικό ερώτημα παραμένει: ποια πολιτική φυσιογνωμία διαμορφώνουν σήμερα οι επιλογές της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας;

Αυτό αξίζει να συζητηθεί.

Με γεγονότα, όχι μόνο με χαρακτηρισμούς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ