Συντάξεις γυναικών: Πώς μπορούν να φύγουν στα 62 – Τα πλασματικά χρόνια και οι ευκαιρίες για μητέρες
Επτά στις δέκα γυναίκες που συνταξιοδοτούνται φέρονται να αξιοποιούν διατάξεις πρόωρης αποχώρησης, ενώ περίπου οι μισές προχωρούν σε αναγνώριση πλασματικών ετών. Πότε χορηγείται πλήρης σύνταξη, ποιες δυνατότητες υπάρχουν για τις μητέρες ανηλίκων και τι πρέπει να προσέξουν οι ασφαλισμένες πριν πληρώσουν για εξαγορά χρόνου ασφάλισης.
Συνταξιοδότηση πριν από τα 67: Τι επιλέγουν οι γυναίκες
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δυνατότητες συνταξιοδότησης που προσφέρει το ασφαλιστικό σύστημα στις γυναίκες, ιδιαίτερα σε όσες έχουν διανύσει πολλά χρόνια εργασίας ή διαθέτουν ασφαλιστικά δικαιώματα που θεμελιώθηκαν με παλαιότερες διατάξεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποδίδονται στον e-ΕΦΚΑ, περίπου επτά στις δέκα γυναίκες που συνταξιοδοτούνται αξιοποιούν δυνατότητες αποχώρησης πριν από το γενικό όριο των 67 ετών.
Παράλληλα, περίπου μία στις δύο χρησιμοποιεί τη διαδικασία αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ασφάλισης, προκειμένου να συμπληρώσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν τη σημασία που έχει αποκτήσει ο σωστός ασφαλιστικός σχεδιασμός, ιδιαίτερα για τις εργαζόμενες που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση.
Ωστόσο, η αποχώρηση πριν από τα 67 δεν σημαίνει απαραίτητα λήψη μειωμένης σύνταξης. Μια ασφαλισμένη μπορεί να δικαιούται πλήρη σύνταξη στα 62, εφόσον έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης.
Πλήρης σύνταξη στα 62: Η βασική προϋπόθεση
Με το γενικό ασφαλιστικό καθεστώς, πλήρης σύνταξη γήρατος χορηγείται σε δύο βασικές περιπτώσεις.
Η πρώτη αφορά ασφαλισμένους που έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας τους και διαθέτουν 40 χρόνια ασφάλισης, δηλαδή 12.000 ημέρες.
Η δεύτερη αφορά όσους συμπληρώνουν το 67ο έτος και έχουν τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης, δηλαδή 4.500 ημέρες.
Για τις γυναίκες που επιδιώκουν να αποχωρήσουν στα 62, η συμπλήρωση της 40ετίας είναι συχνά το καθοριστικό στοιχείο.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλές ασφαλισμένες εξετάζουν τη δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών ετών.
Εάν, για παράδειγμα, μια εργαζόμενη έχει συμπληρώσει 37 χρόνια πραγματικής ασφάλισης, η αναγνώριση τριών επιλέξιμων ετών μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να τη βοηθήσει να φτάσει τα 40 χρόνια που απαιτούνται για πλήρη σύνταξη στα 62.
Ποια πλασματικά χρόνια μπορούν να αναγνωριστούν
Το ασφαλιστικό σύστημα προβλέπει διαφορετικές κατηγορίες χρόνου που μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να συνυπολογιστούν για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται:
- Χρόνος που συνδέεται με την απόκτηση και ανατροφή τέκνων.
- Χρόνος σπουδών, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
- Κενά διαστήματα ασφάλισης.
- Άλλες ειδικές κατηγορίες αναγνωριζόμενου χρόνου που προβλέπει η νομοθεσία.
Η αναγνώριση δεν γίνεται με ενιαίο τρόπο για όλες τις εργαζόμενες.
Ο ασφαλιστικός φορέας, η ημερομηνία πρώτης υπαγωγής στην ασφάλιση και η διάταξη βάσει της οποίας ζητείται σύνταξη καθορίζουν ποιοι χρόνοι μπορούν να αξιοποιηθούν.
Επιπλέον, υπάρχουν περιορισμοί ως προς το συνολικό χρονικό διάστημα που μπορεί να αναγνωριστεί.
Για πολλές περιπτώσεις θεμελίωσης με προϋποθέσεις από το 2014 και μετά, το γενικό ανώτατο όριο αναγνώρισης φτάνει τα επτά έτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε ασφαλισμένη μπορεί να εξαγοράσει αυτομάτως επτά χρόνια.
Μητέρες με παιδιά: Πότε βοηθά η αναγνώριση χρόνου
Ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου λόγω τέκνων.
Για συγκεκριμένες ασφαλιστικές κατηγορίες, προβλέπεται αναγνώριση έως πέντε ετών συνολικά, με βάση τον αριθμό των παιδιών και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Ωστόσο, η ύπαρξη παιδιών δεν δημιουργεί από μόνη της δικαίωμα συνταξιοδότησης σε μικρότερη ηλικία.
Απαιτείται να εξεταστεί αν ο συγκεκριμένος χρόνος αναγνωρίζεται για την ασφαλισμένη, για ποιον σκοπό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και εάν επηρεάζει τη θεμελίωση του δικαιώματος.
Επίσης, οι κανόνες που αφορούν τον χρόνο τέκνων δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με τις ειδικές διατάξεις συνταξιοδότησης μητέρων ανηλίκων.
Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αποφυγή λανθασμένων υπολογισμών.
Μητέρες ανηλίκων: Ποιες ασφαλισμένες πρέπει να ελέγξουν τα παλαιά δικαιώματα
Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι γυναίκες που ασφαλίστηκαν για πρώτη φορά πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.
Για ορισμένες από αυτές εξακολουθεί να έχει σημασία εάν είχαν συμπληρώσει συγκεκριμένο χρόνο ασφάλισης και είχαν ανήλικο παιδί σε κρίσιμα έτη του παρελθόντος.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι προϋποθέσεις που ίσχυαν το 2010, το 2011 και το 2012, ανάλογα με τον πρώην ασφαλιστικό φορέα.
Η κατοχύρωση δικαιώματος με παλαιότερες διατάξεις μπορεί να επηρεάζει το όριο ηλικίας, σε συνδυασμό με τις μεταβατικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν.
Δεν αρκεί, όμως, μια γυναίκα να είχε ανήλικο παιδί το 2011 ή το 2012 για να θεωρηθεί ότι δικαιούται αυτομάτως σύνταξη πριν από τα 62.
Πρέπει να εξεταστούν ο απαιτούμενος ασφαλιστικός χρόνος, το καθεστώς ασφάλισης και το πότε συμπληρώθηκαν οι ηλικιακές προϋποθέσεις.
Για παράδειγμα, διαφορετική αντιμετώπιση μπορεί να έχει μια παλαιά ασφαλισμένη του πρώην ΙΚΑ από μια εργαζόμενη που υπαγόταν σε ειδικό καθεστώς του Δημοσίου.
Γι’ αυτό οι συγκεκριμένες περιπτώσεις χρειάζονται εξατομικευμένο έλεγχο.
Μειωμένη σύνταξη στα 62: Πότε είναι δυνατή
Εκτός από την πλήρη σύνταξη, υπάρχει και η δυνατότητα μειωμένης σύνταξης στα 62, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Οι όροι δεν είναι ίδιοι για όλες τις ασφαλισμένες και μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τον πρώην φορέα ασφάλισης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται και συγκεκριμένος ασφαλιστικός δεσμός κατά την τελευταία πενταετία πριν από τη συνταξιοδότηση.
Η επιλογή της μειωμένης σύνταξης πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά, καθώς συνεπάγεται μείωση στο ποσό της εθνικής σύνταξης σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.
Επιπλέον, η μειωμένη σύνταξη δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πλήρη όταν η συνταξιούχος συμπληρώσει το 67ο έτος.
Συνεπώς, πριν από την υποβολή αίτησης είναι απαραίτητο να γίνει σύγκριση του ποσού που θα καταβληθεί με εκείνο που θα προέκυπτε από μεταγενέστερη αποχώρηση.
Πότε συμφέρει πραγματικά η εξαγορά πλασματικών ετών
Η αναγνώριση πλασματικού χρόνου μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, αλλά δεν είναι πάντοτε οικονομικά συμφέρουσα.
Το σημαντικότερο ερώτημα είναι εάν η εξαγορά επιτρέπει στην ασφαλισμένη να αποχωρήσει νωρίτερα ή βελτιώνει ουσιαστικά το συνταξιοδοτικό αποτέλεσμα.
Ας εξετάσουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα.
Μια εργαζόμενη έχει συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας της και διαθέτει 38 χρόνια πραγματικής ασφάλισης.
Εφόσον μπορεί νόμιμα να αναγνωρίσει δύο πλασματικά χρόνια, αποκτά τη δυνατότητα να συμπληρώσει 40ετία.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η αναγνώριση μπορεί να είναι καθοριστική για τη λήψη πλήρους σύνταξης στα 62.
Αντίθετα, εάν μια ασφαλισμένη έχει 30 χρόνια ασφάλισης και δεν μπορεί να συμπληρώσει την απαιτούμενη 40ετία, η εξαγορά ορισμένων πλασματικών ετών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα αποκτήσει δικαίωμα πλήρους σύνταξης στην ίδια ηλικία.
Το κόστος εξαγοράς πρέπει επίσης να υπολογιστεί.
Για μισθωτούς, σε πολλές περιπτώσεις το κόστος συνδέεται με τις ασφαλιστικές εισφορές κύριας σύνταξης επί των προβλεπόμενων αποδοχών, ενώ για μη μισθωτούς ισχύουν διαφορετικοί κανόνες.
Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από το καθεστώς της ασφαλισμένης και τον χρόνο που επιδιώκει να αναγνωρίσει.
Τι πρέπει να ελέγξει μια γυναίκα πριν υποβάλει αίτηση
Η συνταξιοδότηση αποτελεί απόφαση με μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες.
Πριν από οποιαδήποτε αίτηση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ή απονομής σύνταξης, είναι σημαντικό να επιβεβαιωθούν τα πραγματικά έτη ασφάλισης, η ημερομηνία πρώτης ασφάλισης, οι διατάξεις που εφαρμόζονται και το όριο ηλικίας που αντιστοιχεί στην ασφαλισμένη.
Ειδικά όταν υπάρχουν διαδοχική ασφάλιση, περίοδοι ανεργίας, κενά εργασίας ή παλαιά δικαιώματα μητέρων ανηλίκων, ο έλεγχος γίνεται περισσότερο σύνθετος.
Η σωστή επιλογή δεν είναι απαραίτητα η ταχύτερη δυνατή έξοδος από την εργασία, αλλά εκείνη που εξασφαλίζει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με βάση τις πραγματικές ανάγκες και τα ασφαλιστικά δεδομένα.
Το συμπέρασμα είναι ότι τα πλασματικά χρόνια μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για συνταξιοδότηση στα 62, χωρίς όμως να αποτελούν γενική λύση για όλες τις γυναίκες.
Κάθε περίπτωση απαιτεί διαφορετικό υπολογισμό και προσεκτική αξιολόγηση πριν από την τελική απόφαση.



