Φοροδιαφυγή με το πάτημα ενός κουμπιού: Το παράνομο λογισμικό που «εξαφανίζει» αποδείξεις ακόμη και από πληρωμές με POS
Μια ιδιαίτερα σοβαρή μορφή ηλεκτρονικής φοροδιαφυγής βρίσκεται στο μικροσκόπιο των ελεγκτικών αρχών. Πρόκειται για παράνομο λογισμικό που φέρεται να αλλοιώνει ή να διαγράφει στοιχεία συναλλαγών, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι αποδείξεις έχουν εκδοθεί κανονικά, ενώ στα φορολογικά αρχεία της επιχείρησης εμφανίζονται διαφορετικά ποσά. Η υπόθεση αναδεικνύει τα όρια των ψηφιακών ελέγχων και το κρίσιμο ερώτημα: πόσο ασφαλές είναι τελικά το σύστημα καταγραφής των συναλλαγών;
Το νέο μέτωπο της φοροδιαφυγής
Την ώρα που η ΑΑΔΕ επεκτείνει τη χρήση των ηλεκτρονικών βιβλίων myDATA, ενισχύει τη διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS και επιδιώκει να περιορίσει τη φοροδιαφυγή μέσω ψηφιακών διασταυρώσεων, ένα διαφορετικό πρόβλημα αναδεικνύεται στην αγορά.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, κυκλοφορεί παράνομο λογισμικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αλλοίωση των στοιχείων των αποδείξεων και την απόκρυψη πραγματικού τζίρου.
Η διαφορά από τις παραδοσιακές πρακτικές φοροδιαφυγής είναι σημαντική.
Δεν πρόκειται απλώς για την περίπτωση μιας επιχείρησης που δεν εκδίδει απόδειξη.
Στο συγκεκριμένο σχήμα, η απόδειξη μπορεί να εκδίδεται και να παραδίδεται στον καταναλωτή, αλλά στη συνέχεια να αλλοιώνεται η καταγραφή της συναλλαγής στα αρχεία που χρησιμοποιούνται για τη φορολογική απεικόνιση της δραστηριότητας.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν βρίσκεται απαραίτητα σε αυτό που βλέπει ο πελάτης, αλλά σε αυτό που τελικά εμφανίζεται στα λογιστικά και φορολογικά δεδομένα.
Πώς μπορεί να εμφανίζεται μικρότερος τζίρος
Το λογισμικό περιγράφεται ως εργαλείο παρέμβασης στα πληροφοριακά συστήματα έκδοσης και καταγραφής αποδείξεων.
Σύμφωνα με τις αναφορές, μπορεί να αποκρύπτει ορισμένες συναλλαγές ή να εμφανίζει μειωμένες αξίες σε σχέση με τις πραγματικές πωλήσεις.
Έτσι, μια επιχείρηση που χρησιμοποιεί παράνομα τέτοιου είδους εφαρμογή μπορεί να παρουσιάζει χαμηλότερα έσοδα από εκείνα που πραγματικά εισπράττει.
Η συνέπεια είναι προφανής: όταν αποκρύπτεται φορολογητέος τζίρος, μπορεί να περιορίζονται παράνομα τόσο ο ΦΠΑ που αποδίδεται όσο και τα φορολογητέα κέρδη που δηλώνονται.
Το δημοσίευμα περιγράφει δυνατότητες αλλοίωσης αρχείων και απόκρυψης συναλλαγών, χωρίς ωστόσο να παραθέτει ανεξάρτητη τεχνική πραγματογνωμοσύνη για όλες τις επιμέρους λειτουργίες του λογισμικού.
Το παράδοξο με τις πληρωμές μέσω POS
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία αφορά τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τραπεζική κάρτα.
Η διασύνδεση των POS με τα συστήματα έκδοσης αποδείξεων έχει σχεδιαστεί ώστε να περιορίζει τις αποκλίσεις ανάμεσα στην είσπραξη χρημάτων και στη φορολογική καταγραφή των πωλήσεων.
Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το παράνομο λογισμικό φέρεται να μπορεί να δημιουργεί αναντιστοιχίες ακόμη και σε συναλλαγές που έχουν εξοφληθεί ηλεκτρονικά.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.
Μια τραπεζική πληρωμή δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιος αλλοίωσε τα φορολογικά αρχεία μιας επιχείρησης.
Η πληρωμή εξακολουθεί να αφήνει ίχνος στο τραπεζικό σύστημα.
Το ζήτημα είναι ότι, εάν τα στοιχεία της απόδειξης έχουν αλλοιωθεί ή αποκρυφθεί, η αποκάλυψη της παράβασης μπορεί να απαιτεί αντιπαραβολή διαφορετικών πηγών δεδομένων.
Αυτή η ανάγκη διασταύρωσης αποτελεί ένα από τα βασικά πεδία στα οποία επικεντρώνεται ο φορολογικός έλεγχος.
Γιατί δεν αρκεί πάντα η απόδειξη που κρατά ο πελάτης
Η εφαρμογή appodixi της ΑΑΔΕ επιτρέπει στους πολίτες να σαρώνουν τον κωδικό QR μιας απόδειξης και να ελέγχουν τα σχετικά στοιχεία.
Πρόκειται για ένα χρήσιμο εργαλείο συμμετοχής των καταναλωτών στην προσπάθεια αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής.
Ωστόσο, το δημοσίευμα επισημαίνει ότι ορισμένες μορφές αλλοίωσης συναλλαγών ενδέχεται να μην είναι άμεσα εμφανείς στον καταναλωτή.
Η ύπαρξη ενός QR code δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάθε μεταγενέστερη λογιστική εγγραφή της επιχείρησης είναι ορθή.
Γι’ αυτό έχει σημασία να διαχωρίζεται ο έλεγχος της απόδειξης από τον συνολικό έλεγχο των βιβλίων, των φορολογικών μηχανισμών και των τραπεζικών εισπράξεων.
Η αναφορά στην υπόθεση Pizza Fan
Το δημοσίευμα συνδέει το θέμα με την υπόθεση της Pizza Fan, παρουσιάζοντάς την ως παράδειγμα των κινδύνων που δημιουργούν τα παράνομα συστήματα αλλοίωσης συναλλαγών.
Ωστόσο, στο παρεχόμενο κείμενο δεν παρατίθενται συγκεκριμένα πορίσματα ελέγχου, αποφάσεις ή άλλα στοιχεία που να επιτρέπουν την ακριβή απόδοση ευθύνης στην εταιρεία ή τον προσδιορισμό της έκτασης τυχόν παραβάσεων.
Για τον λόγο αυτό, η αναφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της απόδειξη ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση χρησιμοποίησε το λογισμικό που περιγράφεται.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν ένα δημοσίευμα αναφέρεται σε συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία.
Το πρόβλημα για την ΑΑΔΕ
Η αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών δεν περιορίζεται στον εντοπισμό μιας ύποπτης απόδειξης.
Απαιτεί τη σύγκριση στοιχείων από διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα και, όπου υπάρχουν ενδείξεις, τον αναλυτικό έλεγχο των δεδομένων της επιχείρησης.
Το γεγονός ότι οι συναλλαγές καταγράφονται ηλεκτρονικά δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες ελέγχου, αλλά δεν εξαλείφει αυτομάτως κάθε κίνδυνο παραποίησης.
Αντιθέτως, όταν μια παράνομη παρέμβαση πραγματοποιείται στο επίπεδο του λογισμικού, η διερεύνησή της μπορεί να απαιτεί εξειδικευμένες ψηφιακές ελεγκτικές διαδικασίες.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συγκεκριμένη εφαρμογή μπορεί να αλλοιώνει στοιχεία που προορίζονται για φορολογική διαβίβαση, δημιουργώντας την ανάγκη να εξετάζεται η γνησιότητα και η συνέπεια των καταχωρίσεων.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο αν μια συναλλαγή εμφανίζεται σε ένα σύστημα, αλλά και αν συμφωνεί με τα πραγματικά δεδομένα της πώλησης και της είσπραξης.
Ποιος πληρώνει το κόστος της φοροδιαφυγής
Πίσω από την τεχνική διάσταση της υπόθεσης βρίσκεται ένα σοβαρό οικονομικό και κοινωνικό ζήτημα.
Όταν αποκρύπτονται πωλήσεις, το Δημόσιο μπορεί να χάνει φορολογικά έσοδα που θα έπρεπε να εισπράξει.
Ταυτόχρονα, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.
Μια επιχείρηση που καταγράφει κανονικά όλες τις συναλλαγές της και αποδίδει τους προβλεπόμενους φόρους βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση απέναντι σε έναν ανταγωνιστή που αποκρύπτει παράνομα μέρος των εσόδων του.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το κράτος και τις φορολογικές υπηρεσίες.
Αφορά τους συνεπείς επαγγελματίες, τις επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα και συνολικά την αξιοπιστία της αγοράς.
Το μεγάλο στοίχημα των ψηφιακών ελέγχων
Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Τα ηλεκτρονικά βιβλία, η διασύνδεση των POS και η ηλεκτρονική διαβίβαση παραστατικών επιτρέπουν την καταγραφή και τη διασταύρωση πολύ περισσότερων πληροφοριών από ό,τι στο παρελθόν.
Όμως η αποτελεσματικότητα αυτών των συστημάτων εξαρτάται και από την ασφάλεια των εφαρμογών που παράγουν και διαβιβάζουν τα δεδομένα.
Εάν ένα παράνομο λογισμικό μπορεί να παρεμβαίνει σε αυτή τη διαδικασία, τότε η φορολογική διοίκηση καλείται να αντιμετωπίσει μια πιο σύνθετη μορφή παραβατικότητας.
Η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για αξιόπιστες διασταυρώσεις, εξειδικευμένους ελέγχους και εντοπισμό των προσώπων που αναπτύσσουν, διακινούν ή χρησιμοποιούν παράνομα τέτοιες εφαρμογές.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η έκδοση μιας απόδειξης δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο φοροδιαφυγής. Το ζητούμενο είναι η πραγματική συναλλαγή, η είσπραξη και η φορολογική καταγραφή της να συμφωνούν σε όλα τα στάδια.
Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση που αναδεικνύουν οι καταγγελίες για το παράνομο λογισμικό.



