Κύριε Σκέρτσο, οι αριθμοί σας λένε τη μισή αλήθεια: Η Ελλάδα αναπτύσσεται, αλλά ο Έλληνας νέος εξακολουθεί να μετράει τα ευρώ!

Ο υπουργός Επικρατείας συγκρίνει την Ελλάδα με τη Γαλλία και παρουσιάζει μια εικόνα εντυπωσιακής οικονομικής προόδου. Όμως, μέσα στον ίδιο τον πίνακα που δημοσίευσε, υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: σημαντικά χαμηλότερες αποδοχές, τεράστια πίεση από τη στέγαση και μεγάλη απόσταση στο πραγματικό επίπεδο κατανάλωσης.

Ο Άκης Σκέρτσος αποφάσισε να συγκρίνει την Ελλάδα με τη Γαλλία.

Και επέλεξε να το κάνει με έναν εντυπωσιακό πίνακα γεμάτο αριθμούς, ποσοστά, βέλη και οικονομικούς δείκτες.

Η Ελλάδα εμφανίζεται να αναπτύσσεται ταχύτερα, να μειώνει το δημόσιο χρέος, να καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα και να περιορίζει την ανεργία.

Η Γαλλία, αντίθετα, παρουσιάζεται με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, αυξανόμενο χρέος και υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα.

Μέχρι εδώ, η σύγκριση αφορά συγκεκριμένα μακροοικονομικά μεγέθη, τα οποία ασφαλώς έχουν σημασία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν από αυτούς τους δείκτες επιχειρείται να εξαχθεί ένα πολύ ευρύτερο συμπέρασμα: ότι η προοπτική των νέων στην Ελλάδα ανοίγει, ενώ στη Γαλλία περιορίζεται.

Διότι υπάρχει μια ερώτηση που δεν απαντά κανένα βέλος ανάπτυξης:

Πόσα χρήματα μένουν τελικά στην τσέπη ενός νέου ανθρώπου όταν πληρώσει το ενοίκιο, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ και τις βασικές ανάγκες του;

Εκεί αρχίζει η πραγματική σύγκριση.

1. Ο ίδιος ο πίνακας αποκαλύπτει το μεγάλο εισοδηματικό χάσμα

Ας ξεκινήσουμε από τα στοιχεία που δημοσιεύει ο ίδιος ο υπουργός.

Σύμφωνα με τον πίνακά του, οι καθαρές ετήσιες αποδοχές για έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά, με αμοιβή ίση με το 100% του μέσου μισθού, διαμορφώνονται το 2025 ως εξής:

  • Ελλάδα: 21.498 ευρώ.
  • Γαλλία: 32.346 ευρώ.

Διαφορά: 10.848 ευρώ τον χρόνο.

Δηλαδή, στον συγκεκριμένο δείκτη, οι καθαρές αποδοχές στη Γαλλία είναι περίπου 50,5% υψηλότερες.

Πρόκειται για σημαντική διαφορά, ακόμη κι αν ληφθεί υπόψη ότι το κόστος ζωής δεν είναι ίδιο στις δύο χώρες.

Βεβαίως, ο πίνακας δείχνει και κάτι θετικό για την Ελλάδα: από το 2019 έως το 2025 οι συγκεκριμένες αποδοχές αυξήθηκαν κατά 42,3%, έναντι 14,9% στη Γαλλία.

Αυτό δεν πρέπει να αποσιωπηθεί.

Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη λεπτομέρεια.

Οι αυξήσεις αυτές παρουσιάζονται σε ονομαστικά ευρώ. Δεν αποτυπώνουν από μόνες τους πόση αγοραστική δύναμη κέρδισαν οι εργαζόμενοι μετά τον πληθωρισμό.

Και κυρίως δεν αλλάζουν το γεγονός ότι η απόσταση στο επίπεδο των αποδοχών παραμένει μεγάλη.

Άλλο να μειώνεις μια διαφορά και άλλο να την έχεις καλύψει.

Αυτή είναι η διάκριση που λείπει από την αισιόδοξη πολιτική ανάγνωση του υπουργού.

2. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ δεν είναι ο μισθός του εργαζομένου

Ο κ. Σκέρτσος επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία κατέγραψε σωρευτική πραγματική ανάπτυξη περίπου 13% την περίοδο 2019–2026, έναντι 6,2% της Γαλλίας.

Οι αριθμοί αυτοί παρουσιάζονται στον πίνακα ως συνδυασμός απολογιστικών δεδομένων και εκτιμήσεων για το 2026.

Η ταχύτερη ανάπτυξη της Ελλάδας είναι σημαντική.

Όμως οι δύο οικονομίες δεν ξεκινούν από το ίδιο επίπεδο.

Η Ελλάδα πέρασε μια πολυετή οικονομική κρίση, με μεγάλη συρρίκνωση της παραγωγής και των εισοδημάτων.

Η Γαλλία διαθέτει πολύ υψηλότερο συνολικό οικονομικό μέγεθος και διαφορετική παραγωγική βάση.

Επομένως, μια υψηλότερη ποσοστιαία αύξηση στην Ελλάδα δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες πολίτες έχουν φτάσει το επίπεδο ευημερίας των Γάλλων.

Ούτε ότι η ανάπτυξη κατανέμεται ισότιμα.

Το ΑΕΠ μετρά την οικονομική δραστηριότητα.

Δεν δείχνει από μόνο του πόσα χρήματα διαθέτει ένα νοικοκυριό, πόσο εύκολα πληρώνει το ενοίκιο ή αν μπορεί να αποταμιεύσει.

Και εδώ η σύγκριση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

3. Η πραγματική κατανάλωση δείχνει μια διαφορετική εικόνα

Υπάρχει ένας ευρωπαϊκός δείκτης που βοηθά περισσότερο στη σύγκριση του υλικού βιοτικού επιπέδου: η πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο, προσαρμοσμένη στην αγοραστική δύναμη.

Ο δείκτης περιλαμβάνει αγαθά και υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά, ακόμη και όταν ορισμένες υπηρεσίες παρέχονται από το κράτος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, με μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 100:

  • Η Ελλάδα βρισκόταν στο 81.
  • Η Γαλλία βρισκόταν στο 106.

Δηλαδή, ακόμη και μετά την προσαρμογή για τις διαφορές τιμών, το επίπεδο πραγματικής κατανάλωσης στη Γαλλία ήταν αισθητά υψηλότερο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε Γάλλος ζει καλύτερα από κάθε Έλληνα.

Ούτε ότι η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει κοινωνικές ανισότητες ή σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Σημαίνει, όμως, ότι η ταχύτερη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας δεν έχει εξαλείψει τη μεγάλη διαφορά στο μέσο υλικό επίπεδο διαβίωσης.

Και αυτή η πληροφορία είναι απαραίτητη όταν μια πολιτική σύγκριση επιχειρεί να μιλήσει για τις προοπτικές μιας ολόκληρης γενιάς.

4. Η στέγαση: Το μεγάλο πρόβλημα που απουσιάζει από τη σύγκριση

Ο ίδιος ο κ. Σκέρτσος αναγνωρίζει ότι ένας νέος άνθρωπος κρίνει την προοπτική του από το αν μπορεί να αποκτήσει ή να νοικιάσει σπίτι σε εύλογο κόστος.

Είναι μια σωστή επισήμανση.

Ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί εντύπωση ότι ο συγκριτικός πίνακας δεν περιλαμβάνει έναν βασικό δείκτη στεγαστικής επιβάρυνσης.

Η Eurostat καταγράφει το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά των οποίων το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το 2024, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα ευρωπαϊκά στοιχεία, στις ελληνικές πόλεις το ποσοστό αυτό έφτανε περίπου το 29%.

Η Ελλάδα παρουσίαζε ιδιαίτερα υψηλή στεγαστική επιβάρυνση και στις αγροτικές περιοχές.

Αυτή η εικόνα δεν συμβιβάζεται εύκολα με μια γενική διαβεβαίωση ότι ο οικονομικός ορίζοντας των νέων ανοίγει.

Διότι για έναν εργαζόμενο που δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, η αύξηση του ΑΕΠ έχει περιορισμένη πρακτική σημασία αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματός του.

Τα προγράμματα στεγαστικών δανείων και τα φοιτητικά επιδόματα μπορούν να προσφέρουν βοήθεια σε συγκεκριμένους δικαιούχους.

Δεν αποδεικνύουν, όμως, από μόνα τους ότι η αγορά κατοικίας έγινε προσιτή.

Ούτε αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο τις ανάγκες όσων δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αγοράσουν κατοικία.

Η επιτυχία της στεγαστικής πολιτικής δεν μετριέται μόνο από τα ποσά που ανακοινώνονται, αλλά από το αν περισσότεροι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή κατοικία.

5. Η ανεργία μειώθηκε – Αλλά τι είδους εργασία βρήκαν οι νέοι;

Ο υπουργός επικαλείται τη σημαντική μείωση της ελληνικής ανεργίας.

Στον πίνακά του παρουσιάζεται γενική ανεργία 7,4% στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2026, έναντι 8,2% στη Γαλλία.

Για την ανεργία των νέων εμφανίζονται ποσοστά 15,6% και 20,6%, αντίστοιχα.

Η μείωση της ανεργίας στην Ελλάδα σε σχέση με το 2019 αποτελεί σημαντική εξέλιξη.

Δεν υπάρχει λόγος να υποβαθμιστεί.

Ωστόσο, ο δείκτης ανεργίας νέων αφορά τους ανέργους ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας.

Δεν μετρά το σύνολο των νέων που δεν εργάζονται.

Δεν αποτυπώνει επίσης την ποιότητα της απασχόλησης.

Δεν δείχνει αν μια θέση εργασίας είναι πλήρους ή μερικής απασχόλησης, αν προσφέρει σταθερό εισόδημα ή αν επιτρέπει οικονομική ανεξαρτησία.

Στην Ελλάδα υπάρχει επιπλέον η ιδιαιτερότητα της εποχικής απασχόλησης, ιδιαίτερα στον τουρισμό.

Ένας νέος μπορεί να εργάζεται έξι ή οκτώ μήνες τον χρόνο και να εμφανίζεται ως απασχολούμενος στην έρευνα του Αυγούστου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εξασφαλισμένο εισόδημα για ολόκληρο το έτος.

Επομένως, για μια ουσιαστική σύγκριση Ελλάδας και Γαλλίας χρειάζονται περισσότεροι δείκτες: ποσοστά απασχόλησης, ετήσια εισοδήματα, διάρκεια συμβάσεων, υποαπασχόληση και οικονομική ανεξαρτησία.

Η μείωση της ανεργίας είναι μέρος της εικόνας.

Δεν είναι ολόκληρη η εικόνα.

6. Το δημόσιο χρέος μειώνεται – Αλλά δεν πληρώνει το ενοίκιο

Ένα ακόμη βασικό επιχείρημα του κ. Σκέρτσου αφορά τη μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ.

Ο πίνακας εμφανίζει υποχώρηση από το 183,2% το 2019 στο εκτιμώμενο 136,7% το 2026.

Πρόκειται για ουσιαστική δημοσιονομική μεταβολή.

Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της οικονομίας και να περιορίσει τους δημοσιονομικούς κινδύνους.

Αλλά η βελτίωση του συγκεκριμένου δείκτη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάλογη βελτίωση των εισοδημάτων.

Ούτε σημαίνει ότι μειώνεται με τον ίδιο ρυθμό το ονομαστικό ύψος του χρέους.

Η αναλογία επηρεάζεται τόσο από την εξέλιξη του χρέους όσο και από την αύξηση του ΑΕΠ.

Ο υπουργός συνδέει τη δημοσιονομική πρόοδο με τις δυνατότητες στήριξης των πολιτών.

Η σύνδεση αυτή έχει οικονομική βάση.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει: σε ποιο βαθμό οι δημοσιονομικές δυνατότητες μετατρέπονται σε διαρκή βελτίωση της καθημερινότητας;

Για τον πολίτη, το πλεόνασμα έχει σημασία όταν συνδέεται με καλύτερες υπηρεσίες, επαρκή εισοδήματα και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια.

7. Οι δαπάνες για την παιδεία χρειάζονται ουσιαστική σύγκριση

Στον πίνακα παρουσιάζεται αύξηση των πιστώσεων για την παιδεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία.

Όμως η σύγκριση των ονομαστικών προϋπολογισμών δύο χωρών με πολύ διαφορετικό πληθυσμό και διαφορετική διοικητική οργάνωση δεν αρκεί.

Χρειάζεται να εξεταστούν οι δαπάνες ανά μαθητή και φοιτητή, ως ποσοστό του ΑΕΠ και σε πραγματικές τιμές.

Επιπλέον, ο ίδιος ο πίνακας επισημαίνει ότι τα πεδία κάλυψης δεν είναι απολύτως ίδια.

Άρα η παρουσίαση των αυξήσεων δεν επιτρέπει από μόνη της ασφαλές συμπέρασμα για το ποια χώρα βελτίωσε περισσότερο την ποιότητα της εκπαίδευσης.

Και εδώ υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην αύξηση μιας πίστωσης και στο μετρήσιμο αποτέλεσμα για τους πολίτες.

8. Τα φορολογικά μέτρα δεν έχουν το ίδιο όφελος για όλους τους νέους

Ο κ. Σκέρτσος αναφέρεται σε φορολογικές ελαφρύνσεις για νέους εργαζομένους, στη μείωση ασφαλιστικών εισφορών και στην ψηφιακή κάρτα εργασίας.

Πρόκειται για παρεμβάσεις που μπορούν να έχουν θετικές επιδράσεις.

Ωστόσο, το πραγματικό όφελος εξαρτάται από τις συνθήκες κάθε εργαζομένου.

Ένας νέος με χαμηλό φορολογητέο εισόδημα μπορεί να έχει μικρότερο όφελος από μια μείωση φόρου σε σχέση με κάποιον που ήδη καταβάλλει υψηλότερο φόρο εισοδήματος.

Αντίστοιχα, η μείωση ασφαλιστικών εισφορών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ισόποση αύξηση του καθαρού μισθού, καθώς εξαρτάται από τον τρόπο κατανομής της μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη.

Η ψηφιακή κάρτα εργασίας μπορεί να ενισχύσει την καταγραφή του πραγματικού χρόνου απασχόλησης.

Η αποτελεσματικότητά της, όμως, χρειάζεται να αξιολογείται από τα αποτελέσματα των ελέγχων και την πραγματική συμμόρφωση στην αγορά εργασίας.

Η ανακοίνωση ενός μέτρου και η ουσιαστική βελτίωση που προκαλεί είναι δύο διαφορετικά στάδια.

9. Οι προβλέψεις δεν είναι ακόμη επιτεύγματα

Υπάρχει και μια μεθοδολογική αδυναμία στην παρουσίαση.

Ο συγκριτικός πίνακας συνδυάζει διαφορετικές χρονικές κατηγορίες.

Χρησιμοποιεί πραγματοποιημένα στοιχεία για το 2025, δεδομένα ανεργίας του Αυγούστου 2026 και εκτιμήσεις για το σύνολο του 2026.

Περιλαμβάνει επίσης προγραμματισμένες παρεμβάσεις, όπως νέες θέσεις σε φοιτητικές εστίες.

Αυτή η συνύπαρξη δεν είναι από μόνη της λανθασμένη.

Απαιτεί, όμως, σαφή διάκριση.

Μια οικονομική πρόβλεψη δεν είναι οριστικό αποτέλεσμα.

Μια προγραμματισμένη φοιτητική εστία δεν είναι ακόμη διαθέσιμο δωμάτιο.

Και μια ανακοινωμένη πολιτική δεν ταυτίζεται με την πλήρη εφαρμογή της.

Όταν όλα παρουσιάζονται μέσα σε έναν ενιαίο πίνακα επιτευγμάτων, ο αναγνώστης χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για να διακρίνει τι έχει ήδη συμβεί και τι αναμένεται να συμβεί.

10. Η Γαλλία αντιμετωπίζει προβλήματα – Αυτό δεν αποτελεί απάντηση στα ελληνικά

Ο κ. Σκέρτσος αναφέρεται στις δυσκολίες της γαλλικής οικονομίας, στα υψηλά ελλείμματα και στις κοινωνικές εντάσεις.

Πρόκειται για υπαρκτά ζητήματα που αξίζουν σοβαρή ανάλυση.

Ωστόσο, η δυσκολία μιας άλλης χώρας δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη επιτυχίας της ελληνικής κοινωνικής πολιτικής.

Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη και καλύτερη πορεία ορισμένων δημοσιονομικών δεικτών, ενώ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα αγοραστικής δύναμης και στέγασης.

Η Γαλλία μπορεί να έχει ασθενέστερους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά να διατηρεί υψηλότερο μέσο επίπεδο αποδοχών και κατανάλωσης.

Και οι δύο διαπιστώσεις μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθείς.

Αυτό που δεν μπορεί να γίνει χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση είναι να μετατραπεί η σύγκριση των ρυθμών ανάπτυξης σε γενική σύγκριση της ζωής των νέων.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί

Ο Άκης Σκέρτσος καταλήγει ότι στην Ελλάδα ο ορίζοντας των νέων ανοίγει ξανά.

Παραδέχεται, μάλιστα, ότι οι μισθοί συχνά δεν επαρκούν και ότι η στέγαση παραμένει ακριβή.

Αυτή η παραδοχή είναι ουσιαστική.

Γιατί δείχνει ότι η οικονομική πρόοδος, ακόμη και όταν καταγράφεται στους επίσημους δείκτες, δεν έχει μετατραπεί στον ίδιο βαθμό σε οικονομική ασφάλεια για όλους.

Η αύξηση του ΑΕΠ έχει σημασία.

Η μείωση της ανεργίας έχει σημασία.

Η δημοσιονομική σταθερότητα έχει σημασία.

Αλλά εξίσου σημαντικό είναι αν ένας νέος εργαζόμενος μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα, να πληρώνει τις υποχρεώσεις του, να αποταμιεύει και να σχεδιάζει το μέλλον του.

Κύριε Σκέρτσο, οι αριθμοί που δημοσιεύσατε τεκμηριώνουν βελτίωση συγκεκριμένων οικονομικών δεικτών. Δεν αρκούν, όμως, για να αποδείξουν ότι η καθημερινότητα των Ελλήνων νέων έχει φτάσει σε αντίστοιχο επίπεδο ευημερίας με εκείνο της Γαλλίας.

Η οικονομική ανάπτυξη δεν πρέπει να υποτιμάται.

Ούτε όμως να συγχέεται με την ολοκληρωμένη κοινωνική ευημερία.

Γιατί ο νέος άνθρωπος δεν ζει μέσα σε ένα διάγραμμα.

Ζει με τον μισθό του.

Πληρώνει ενοίκιο.

Αντιμετωπίζει λογαριασμούς.

Και προσπαθεί να χτίσει τη ζωή του.

Η πραγματική πρόοδος θα φανεί όταν η βελτίωση των οικονομικών δεικτών συνοδευτεί από αντίστοιχη, μετρήσιμη βελτίωση της ζωής του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ