Μουσείο Σκλάβου: Οι φωτογραφίες, οι εγκρίσεις και τα ερωτήματα που δεν απαντά η νέα κριτική για το έργο

Μπορεί μια φωτογραφία από ένα εργοτάξιο να αποδείξει ότι αλλοιώνεται η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία ενός διατηρητέου κτιρίου; Αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα που προκύπτει από το νέο δημοσίευμα για το Μουσείο Γερασίμου Σκλάβου στο Αργοστόλι. Το άρθρο αναγνωρίζει την ύπαρξη αρχιτεκτονικών εγκρίσεων, τη λειτουργική αναγκαιότητα της προσθήκης και το γεγονός ότι οι εργασίες συνεχίζονται. Παρ’ όλα αυτά, εκφράζει έντονες επιφυλάξεις για το τελικό αποτέλεσμα. Η απάντηση του αντιδημάρχου Διονύση Μινέτου, αλλά και τα επίσημα έγγραφα του έργου, επιτρέπουν πλέον μια συζήτηση που δεν περιορίζεται στις εντυπώσεις των φωτογραφιών.

Από την καταγγελία της αλλοίωσης στο ερώτημα της αισθητικής

Η συζήτηση για την αρχιτεκτονική προσθήκη στο πρώην κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος έχει εξελιχθεί σε ένα από τα θέματα της τοπικής επικαιρότητας.

Η αρχική κριτική επικεντρώθηκε στην εικόνα της νέας κατασκευής και στον ισχυρισμό ότι αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του διατηρητέου.

Ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών και Έργων Διονύσης Μινέτος απάντησε δημόσια, ζητώντας συγκεκριμένα αρχιτεκτονικά επιχειρήματα και επισημαίνοντας ότι η κατασκευή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Στο νέο άρθρο  η επιχειρηματολογία γίνεται πιο συγκεκριμένη.

Ο συντάκτης αναγνωρίζει ότι η προσθήκη προορίζεται για κλιμακοστάσιο και ανελκυστήρα, αποδέχεται ότι υπάρχει θετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και θέτει το ερώτημα εάν η συγκεκριμένη λύση είναι αισθητικά η καταλληλότερη.

Αυτή η διαφοροποίηση έχει σημασία.

Άλλο είναι να υποστηρίζεται ότι ένα διατηρητέο κτίριο καταστρέφεται ή αλλοιώνεται ανεπανόρθωτα και άλλο να διατυπώνεται προβληματισμός για την αισθητική μιας εγκεκριμένης αρχιτεκτονικής παρέμβασης.

Η δεύτερη προσέγγιση αποτελεί θεμιτό αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.

Χρειάζεται, όμως, να αξιολογείται με βάση τη μελέτη, τη λειτουργία της κατασκευής και το τελικό αρχιτεκτονικό αποτέλεσμα.

Τι αναγνωρίζει το ίδιο το επικριτικό δημοσίευμα

Στο νέο άρθρο υπάρχει μια παραδοχή με ιδιαίτερη σημασία.

Ο συντάκτης αναφέρει ότι η προσθήκη προβλέφθηκε για τη δημιουργία κλιμακοστασίου και ανελκυστήρα, ώστε το μουσείο να είναι λειτουργικό και προσβάσιμο στους επισκέπτες.

Αναγνωρίζει μάλιστα ότι αυτή είναι αναγκαία προϋπόθεση για ένα σύγχρονο δημόσιο κτίριο.

Επομένως, η νέα κατασκευή δεν παρουσιάζεται ως ένας πρόσθετος όγκος χωρίς λειτουργικό σκοπό.

Εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες του μουσείου.

Το ερώτημα που απομένει είναι εάν αυτές οι ανάγκες θα μπορούσαν να καλυφθούν με διαφορετικό αρχιτεκτονικό τρόπο.

Για να απαντηθεί, δεν αρκεί η διαπίστωση ότι η προσθήκη φαίνεται μεγάλη.

Χρειάζεται να γνωρίζουμε τις διαθέσιμες εναλλακτικές, τους περιορισμούς του διατηρητέου κελύφους, τις απαιτήσεις προσβασιμότητας και τους λόγους για τους οποίους εγκρίθηκε η συγκεκριμένη λύση.

Το νέο δημοσίευμα θέτει αυτά τα ερωτήματα, αλλά δεν παρουσιάζει κάποια εναλλακτική μελέτη που να αποδεικνύει ότι υπήρχε καταλληλότερη επιλογή.

Αυτό δεν ακυρώνει τον προβληματισμό του συντάκτη.

Δείχνει, όμως, ότι ο ισχυρισμός περί καλύτερης δυνατής λύσης παραμένει προς διερεύνηση.

Το διατηρητέο και οι επίσημες εγκρίσεις

Το πρώην κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος είναι πράγματι διατηρητέο.

Ο χαρακτηρισμός του προβλέπεται στην υπουργική απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ/11371/3011/30-4-2001, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 402/Δ/31-5-2001.

Ο προστατευόμενος χαρακτήρας του κτιρίου αποτελεί βασική παράμετρο του έργου.

Δεν συνεπάγεται, όμως, γενική απαγόρευση κάθε μεταβολής.

Η μετατροπή του σε Μουσείο Γερασίμου Σκλάβου προβλέφθηκε μέσα από συγκεκριμένες διοικητικές και τεχνικές διαδικασίες.

Μάλιστα, σε επίσημη αιτιολογική έκθεση του 2021 προβλέπεται ρητά η αλλαγή χρήσης του κτιρίου σε πολιτιστικό χώρο.

Σε μεταγενέστερα έγγραφα του έργου καταγράφονται εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις από συναρμόδιες υπηρεσίες και όργανα.

Ανάμεσά τους αναφέρονται το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής.

Αυτά είναι ουσιαστικά δεδομένα της υπόθεσης.

Δεν σημαίνουν ότι κάθε πολίτης οφείλει να συμφωνεί αισθητικά με την προσθήκη.

Σημαίνουν, όμως, ότι η κριτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη πως η αρχιτεκτονική παρέμβαση δεν προέκυψε χωρίς θεσμική εξέταση.

Τι απάντησε ο Διονύσης Μινέτος

Ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών και Έργων Διονύσης Μινέτος είχε θέσει ένα συγκεκριμένο ερώτημα προς όσους μιλούν για αλλοίωση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας.

«Σε τι συνίσταται η αλλοίωση και πιο είναι τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που έχουν υποβαθμιστεί;»

Παράλληλα, εξήγησε ότι η αντίθεση ανάμεσα σε παλαιές και νέες κατασκευές αποτελεί αναγνωρισμένη αρχιτεκτονική προσέγγιση.

Για να υποστηρίξει τη θέση του, αναφέρθηκε σε παραδείγματα από το Βερολίνο, το Βρετανικό Μουσείο, το Λούβρο και το Μουσικό Σχολείο του Louviers στη Γαλλία.

Τα παραδείγματα αυτά δεν αποδεικνύουν αυτομάτως ότι η προσθήκη στο Αργοστόλι είναι η βέλτιστη δυνατή.

Δείχνουν, ωστόσο, ότι η σύγχρονη προσθήκη σε ένα ιστορικό κτίριο δεν αποτελεί από μόνη της αρχιτεκτονική παρατυπία ή ασυνήθιστη πρακτική.

Ο Μινέτος επικαλέστηκε επίσης ομόφωνη έγκριση της αρμόδιας Αρχιτεκτονικής Επιτροπής, χωρίς παρατηρήσεις.

Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί δήλωση του αντιδημάρχου, ενώ η θετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής αναγνωρίζεται πλέον και στο επικριτικό δημοσίευμα.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς οι ακριβείς όροι κάθε έγκρισης προκύπτουν από το αντίστοιχο διοικητικό έγγραφο.

Τα τρία παράθυρα και η αρχιτεκτονική σύνθεση

Το νέο άρθρο επισημαίνει ότι ο σκελετός της προσθήκης αναπτύσσεται μπροστά από τρία ψηλά παράθυρα του αρχικού κτιρίου.

Αυτό είναι ένα συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό ζήτημα που αξίζει να εξεταστεί.

Η σχέση μιας προσθήκης με τα ανοίγματα, τη συμμετρία και τις αναλογίες του αρχικού κτιρίου αποτελεί μέρος της συνολικής αρχιτεκτονικής αξιολόγησης.

Ωστόσο, η φωτογραφική αποτύπωση της σημερινής κατασκευής δεν επαρκεί για να διαπιστωθεί εάν η τελική σύνθεση θα υποβαθμίζει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Για να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα χρειάζονται τα εγκεκριμένα σχέδια, οι όψεις, οι τομές και η τελική μορφή των υλικών και των επιφανειών.

Χρειάζεται επίσης να εξεταστεί αν και πώς επηρεάζεται ο φυσικός φωτισμός, η λειτουργία των παραθύρων και η ορατότητά τους.

Αυτά είναι ελέγξιμα τεχνικά ζητήματα.

Η αναφορά σε τρία παράθυρα προσφέρει ένα σημείο εκκίνησης για την εξέταση.

Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του κτιρίου καταστρέφεται.

Μπορεί να κριθεί οριστικά ένα έργο που δεν έχει ολοκληρωθεί;

Ο Διονύσης Μινέτος ζήτησε από τους επικριτές να περιμένουν την ολοκλήρωση του έργου.

Η φράση του ήταν χαρακτηριστική:

«Περιμένετε πρώτα να τελειώσει το έργο και μετά κρίνετε. Είναι ακόμη στα μπετά».

Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η κριτική κατά τη διάρκεια της κατασκευής.

Οι πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα να θέτουν ερωτήματα και να ζητούν ενημέρωση.

Άλλο, όμως, η παρακολούθηση της προόδου και άλλο η οριστική αξιολόγηση ενός αρχιτεκτονικού αποτελέσματος πριν ολοκληρωθούν τα υλικά, οι επιφάνειες και οι λεπτομέρειες της κατασκευής.

Οι φωτογραφίες μπορούν να αποτυπώσουν τον όγκο και τη θέση της προσθήκης.

Δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκην τη συνολική εικόνα που θα προκύψει μετά την αποπεράτωση.

Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η ίδια η αρχιτεκτονική μελέτη στηρίζεται στη σχέση ανάμεσα στο παλαιό και το νέο.

Το Μουσείο Σκλάβου δεν είναι μόνο μια εξωτερική προσθήκη

Η δημόσια συζήτηση έχει επικεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό στη μορφή της πίσω όψης.

Το έργο, όμως, αφορά τη δημιουργία ενός μόνιμου πολιτιστικού χώρου αφιερωμένου στον Γεράσιμο Σκλάβο.

Περιλαμβάνει τη μετατροπή της χρήσης του κτιρίου, την οργάνωση των εσωτερικών εκθεσιακών χώρων και την προσαρμογή του στις ανάγκες λειτουργίας ενός μουσείου.

Επίσης, σύμφωνα με επίσημη απόφαση της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η αναβάθμιση των μουσειακών υποδομών αποτέλεσε αντικείμενο προγραμματικής σύμβασης του 2023, με προϋπολογισμό 548.443,32 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.

Η συγκεκριμένη οικονομική αναφορά αφορά το αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης και δεν πρέπει να συγχέεται αυτομάτως με το συνολικό κόστος όλων των παρεμβάσεων για το μουσείο.

Αυτό δείχνει ότι το έργο έχει και διοικητική, χρηματοδοτική και μουσειολογική διάσταση.

Η αξιολόγησή του δεν μπορεί να εξαντλείται στην εξωτερική εικόνα μιας ημιτελούς κατασκευής.

Η κριτική είναι θεμιτή – Οι ισχυρισμοί χρειάζονται τεκμηρίωση

Το KefaloniaPress θέτει ένα εύλογο ερώτημα: εάν η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική λύση είναι η καλύτερη δυνατή για το κτίριο.

Πρόκειται για ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί δημόσια.

Αλλά η απάντηση απαιτεί περισσότερα από μια φωτογραφική εντύπωση.

Χρειάζεται αντιπαραβολή της εγκεκριμένης μελέτης με ενδεχόμενες εναλλακτικές, εξέταση των λειτουργικών απαιτήσεων και αξιολόγηση των αρχιτεκτονικών περιορισμών.

Το νέο δημοσίευμα αναγνωρίζει πλέον στοιχεία που είναι καθοριστικά για αυτή τη συζήτηση: την προστασία του κτιρίου, τη θετική γνωμοδότηση των αρμόδιων οργάνων και την ανάγκη προσβασιμότητας.

Αυτές οι παραδοχές διαμορφώνουν μια διαφορετική βάση διαλόγου από την απόλυτη καταγγελία περί αρχιτεκτονικής καταστροφής.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μια σύγχρονη προσθήκη φαίνεται διαφορετική από το αρχικό κτίριο. Είναι εάν, σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη και το τελικό αποτέλεσμα, εξυπηρετεί τη νέα χρήση διατηρώντας τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά του.

Αυτό είναι το ζήτημα στο οποίο καλούνται να απαντήσουν οι μελετητές, οι αρμόδιες υπηρεσίες και η Δημοτική Αρχή.

Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο θα πρέπει να αξιολογηθεί το Μουσείο Γερασίμου Σκλάβου όταν ολοκληρωθεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ